Η Ποίηση υμνεί την Εργατική Πρωτομαγιά και αυτήν του 1944


 


Ποιήματα Κώστα Βάρναλη, Γιάννη Ρίτσου και Τάσου Λειβαδίτη


"Πρωτομαγιά 1944" Κώστας Βάρναλης


Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα

με τη ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη

όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι, κι ό,τι άνθρωπος νά ‘σαι.

Πιότερο ,αν είσαι του λαού ξωμάχος, χειρομάχος ,

φτωχόπαιδο , που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις,

τον αδερφό σου αντίκρα σου, -με μάνα εσύ κι εκείνος – .

Ετούτη η μάντρα αντίκρυ σου , το σύνορο του κόσμου .

Σ’ αυτην επάνω βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος .

Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω

(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)

που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους

και θέρισε με μπαταριές , οχτρός ελληνομάχος,

όχι έναν , δυο , ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια .

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα ,

μον ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι .

Και πρώτος άρχος του χορού , δυο μπόγια πάνω απ’όλους ,

κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . ( …)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ


Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,


πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,


Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω


και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;


Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,


που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορό μου,


Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα


και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;


Πουλί μου, εσὺ που μούφερνες νεράκι στὴν παλάμη


πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;


Στη στράτα εδώ καταμεσὶς τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω


και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.


Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει


κ’ είναι σα να μου θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.


Δε μου μιλεῖς κ’ η δόλια εγὼ τον κόρφο, δες, ἀνοίγω


και στα βυζιὰ που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.



VI


Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,


άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω


Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις


άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης


Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα


τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα


Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,


και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι


Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,


κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.


Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,


τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.


Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια


τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.


Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,


και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.


«Μοιρολόι για ένα νεκρό»  Τάσος Λειβαδίτης


“Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο/ κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών

αγέρα, πικραγέρα/ πολύλαλε αγέρα των μουγγών

σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη

σταυρώσανε το νιο,/ μήνα Μάη

σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό –

ροδιά, δος του το αίμα σου

δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,

μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό

αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά

το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα

το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,

σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε

μήνα Μάη/ σταυρώσανε το Μάη

ύστερα πλύναν τα μαχαίρια και σκοτώσαν το νερό,

ύστερα κάναν να κοιτάξουν  και σκοτώσανε το δειλινό

αστροφεγγιά/ χρυσάφι στο ταγάρι των τυφλών

α, σκύλα αστροφεγγιά, όπυ τους έφεγγες,

σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη

Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών

κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια

με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν,

τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν,

οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά

μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν

τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν,

αχ, το πρωί ήταν άνοιξη

το βράδυ μαύρη συννεφιά

το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά

το βράδυ γαύγιζε με δώδεκα σκυλιά

το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά

σύγνεφο, πικροσύγνεφο/ γιατί δεν έμπαινες μπροστά

κι από την κοντινή την εκκλησιά

γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά,

α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό,

σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη

μήνα Μάη/ σταυρώσανε το νιο.”

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο