ΧΡΗΣΤΕΣ που συνδεθηκαν απο 21/02/2009

ONLINE ΧΡΗΣΤΕΣ

Συνδεδεμένοι επισκέπτες : 6   

Αναζητηση

Ενδιαφέρουσες Δικαστικές Αποφάσεις


Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας» PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 30 Μάιος 2010 20:24
ΣτΕ. Ολ 1213/2010
Καταχωρήθηκε: 13-05-2010

Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας» -.

Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», πρόστιμο 100.000 ευρώ για κάθε εκπομπή και κύρωση συνισταμένη στην υποχρέωση μεταδόσεως, κατά την έναρξη τριών συνεχομένων κεντρικών δελτίων ειδήσεων του σταθμού, κειμένου με το οποίο εγνωστοποιείτο η επιβολή του ανωτέρω προστίμου.

(Απόσπασμα - Περίληψη) ... Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, επί της έννοιας των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5Α, 9 παρ. 1, 14 παρ. 1 και 2, και 15 του Συντάγματος, των άρθρων 8 παρ. 1 και 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και των άρθρων 3 του ν. 2328/1995 και των διατάξεων των Κανονισμών 1/1991 και 2/1991 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα εξής: Το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. συναφώς και το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α) κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν). Με την αυτή συνταγματική διάταξη, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώθηκε, εξ άλλου, ως αναγκαίο λογικώς παρακολούθημα του δικαιώματος του πληροφορείν, το δικαίωμα του καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει, το τελευταίο δε τούτο δικαίωμα (δικαίωμα στην πληροφόρηση) κατοχυρώνεται ήδη και ρητώς στο άρθρο 5Α παρ. 1 του Συντάγματος. Όπως ευθέως συνάγεται από τις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις (βλ. συναφώς και το άρθρο 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), η άσκηση, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν, όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν δικαιώματα και ελευθερίες άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρουμένης στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εν όψει των ανωτέρω, περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση μπορεί να δικαιολογηθούν και στην περίπτωση που οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία του δικαιώματος τρίτου προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, το δικαίωμα δε τούτο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος (βλ. και άρθρο 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.) και καλύπτει, πλην άλλων, το δικαίωμα του προσώπου να προστατεύει την εικόνα του, ως στοιχείο ουσιώδες για τη συγκρότηση της προσωπικότητάς του (πρβλ., περί του δικαιώματος προστασίας της εικόνας του προσώπου ως ιδιαίτερης εκφάνσεως του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάσεις της 21.2.2002, Schüssel κατά Αυστρίας, της 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας και της 11.1.2005, Sciacca κατά Ιταλίας). Κατά το μέρος, ειδικώς, που αφορά στην τηλεόραση, το Κράτος, στο οποίο ανατίθεται, με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, ο άμεσος έλεγχος των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, οφείλει να ελέγχει την τήρηση, εκ μέρους των ασκούντων μέσω της τηλεοράσεως το δικαίωμα του πληροφορείν, της κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεώς τους να σέβονται, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους, τα δικαιώματα των άλλων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του καθενός στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους επί της τηλεοράσεως σκοπεί, μεταξύ άλλων, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, στη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, στην αποτελεσματική προάσπιση της οποίας σκοπεί και η συνταγματική κατοχύρωση των επί μέρους ατομικών δικαιωμάτων και, κατ’ εξοχήν, του δικαιώματος του καθενός να απαιτεί σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του. Μέσο ασκήσεως του ως άνω ελέγχου από το Κράτος της ασκήσεως του δικαιώματος του πληροφορείν εντός των ορίων που επιβάλλει η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων αποτελεί, πλην άλλων, το θεσπιζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 σύστημα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, η αρμοδιότητα της επιβολής των οποίων ανατίθεται ήδη από Σύνταγμα κατ’ αποκλειστικότητα στο Ε.Σ.Ρ. Η καταγραφή, εξ άλλου, με κρυφά μέσα, εικόνας, η οποία έχει ως κύριο ή ως μοναδικό θέμα συγκεκριμένο πρόσωπο, συνιστά, κατ’ αρχήν, προσβολή του δικαιώματος του προσώπου τούτου επί της εικόνας του, το δικαίωμα δε αυτό προστατεύεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, από τα άρθρα 9 παρ. 1 του Συντάγματος και 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Επομένως, η μετάδοση δια της τηλεοράσεως ειδήσεως, της οποίας αποκλειστική ή κύρια πηγή αποτελεί εικόνα συγκεκριμένου προσώπου, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, εφ’ όσον η μεταδιδόμενη είδηση έχει ληφθεί υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν προσβολή του δικαιώματος τρίτου επί της εικόνας του. Ως εκ τούτου, η μετάδοση της εν λόγω ειδήσεως μπορεί, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει την επιβολή από το Ε.Σ.Ρ. διοικητικής κυρώσεως από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995. Είναι, εν τούτοις, δυνατόν να κριθεί από το Ε.Σ.Ρ., κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης σταθμίσεως, ότι η μετάδοση ειδήσεως, με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, επειδή ο προερχόμενος από τη μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζόμενου προσώπου επί της εικόνας του δικαιολογείται, εν όψει και της ιδιότητος του προσώπου τούτου, λόγω της συμβολής της μεταδοθείσης ειδήσεως σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος (πρβλ. συναφώς την προμνησθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της υποθέσεως Von Hannover, ιδίως §§ 60 και επ.). Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία η μετάδοση της ως άνω ειδήσεως θεωρείται, για τους εκτεθέντες λόγους, ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, τούτο δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι καθίσταται θεμιτή και η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που κατεγράφη με κρυφά μέσα και συνιστά την πηγή της θεμιτώς μεταδοθείσης ειδήσεως. Τούτο δε διότι η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα αποτελεί περιορισμό του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του, κατά πολύ εντονότερο του περιορισμού που συνιστά για το εν λόγω δικαίωμα η απλή μετάδοση της ειδήσεως που έχει ως πηγή την επίμαχη, κρυφίως ληφθείσα εικόνα. Κατά συνέπεια, ο εντονότερος αυτός περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, μόνον εάν το Ε.Σ.Ρ. θεωρήσει, κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης κρίσεως, ότι η θεμιτή, για τους εκτεθέντες λόγους, μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως είναι απολύτως αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής χωρίς την μετάδοση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα και αποτελεί την πηγή της ειδήσεως. Υπό το φως δε των ανωτέρω αρχών, συναγομένων από τις μνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ερμηνευτέες και οι νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Κατά την ειδικότερη, εξ άλλου, γνώμη ορισμένων συμβούλων και ενός παρέδρου, η χρησιμοποίηση, κατά τ’ ανωτέρω, κρυφού μέσου για την, εν αγνοία ορισμένου προσώπου, απόσπαση οπτικού ή ηχητικού υλικού της ιδιωτικής του ζωής και η μετάδοση, με τον τρόπο αυτό, σχετικών ειδήσεων, συνιστά ευθεία προσβολή της ανθρώπινης αξίας, καθώς υποβιβάζει το συγκεκριμένο πρόσωπο από υποκείμενο της εννόμου τάξεως και των κοινωνικών σχέσεων σε απλό μέσον για την επιδίωξη ασύνδετων προς την βούλησή της σκοπών. Εφ’ όσον δε κατά την αυτή, γνώμη η προστασία της ανθρώπινης αξίας, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 15 παρ. 2 και 25 παρ. 1), οριοθετεί τη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, είναι απόλυτη, η κατά τον ανωτέρω τρόπο μετάδοση ειδήσεων είναι, αντιστοίχως, απολύτως απαγορευμένη, μη υποκείμενη, ως εκ τούτου, σε σταθμίσεις με άλλα αγαθά, κινητοποιούσα δε, καθ’ εαυτήν, την αρμοδιότητα της οικείας αρχής προς επιβολή κυρώσεων. Τούτο δε, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για μετάδοση μόνο της είδησης ή και του οπτικοακουστικού υλικού, στο οποίο αυτή στηρίχθηκε, του ζητήματος βεβαίως τούτου συνεκτιμωμένου κατά την κρίση της βαρύτητας της παραβάσεως. Τα ανωτέρω, εξ άλλου, δεν μεταβάλλονται στην περίπτωση που η μετάδοση ειδήσεως με τον προεκτεθέντα τρόπο αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά, ενόσω, πάντως, ο εν λόγω τρόπος δεν εντάσσεται σε θεσμοθετημένη από την έννομη τάξη διαδικασία για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Κατά τη γνώμη, όμως, της μειοψηφίας, η κρίση του Ε.Σ.Ρ., με βάση τα μνημονευθέντα κριτήρια, ότι η μετάδοση ειδήσεως με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, καθιστά επιτρεπτή και τη μετάδοση από την τηλεόραση της πιο πάνω εικόνας. Τούτο δε διότι, ενόψει της ιδιαίτερης φύσεως της τηλεοράσεως, σε σχέση προς τα λοιπά μέσα μαζικής ενημερώσεως, η τηλεοπτική μετάδοση της ειδήσεως συμβαδίζει με την μετάδοση της εικόνας. Τέλος, κατά την άποψη ορισμένων συμβούλων, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν απορρέει η κατ’ ουσίαν απόλυτη απαγόρευση μεταδόσεως της εικόνας προσώπου, όπως την δέχεται η κρατήσασα γνώμη. Βεβαίως, η εικόνα του προσώπου, ως στοιχείο της προσωπικής του ζωής, καλύπτεται από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση κάθε προσώπου για το, κατ’ αρχήν, απαραβίαστο της προσωπικής ζωής του. Η αξίωση, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά διαβαθμίζεται σε κατηγορίες, ανάλογες προς την ιδιότητα του προσώπου και τον χώρο, όπου λαμβάνει χώρα η αποτύπωση της προς μετάδοση εικόνας. Έτσι, για τους ιδιώτες, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει απόλυτη προστασία από την ακούσια λήψη της εικόνας ή εάν η λήψη της εικόνας γίνεται για την πρόληψη αξιόποινης πράξης σε δημόσιο χώρο. Για τα δημόσια πρόσωπα, η προστασία είναι μικρότερη. Τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι τα πολιτικά πρόσωπα, εξ ορισμού εκτίθενται στη δημοσιότητα, ενίοτε δε, επιλεκτικά, την επιδιώκουν. Η επιδίωξη αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Δημιουργεί αντίστοιχη, εύλογη και εντός ορίων, επιδίωξη των μέσων ενημερώσεως και του κοινού για την προβολή στοιχείων της ζωής τους, που συνάπτονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με τις δημόσιες δραστηριότητές τους. Για τα πρόσωπα αυτά, υπάρχει, όπως και για τους ιδιώτες, απόλυτη προστασία της εικόνας τους στον ιδιωτικό χώρο τους, καθώς και σε δημόσιο χώρο, προσιτό στο κοινό, όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν, στον δημόσιο χώρο, υπαίθριο ή κλειστό, προσωπικές ή οικογενειακές στιγμές. Όταν, όμως, τα πρόσωπα αυτά δεν διατελούν, σε δημόσιο χώρο, στις ανωτέρω συνθήκες ή όταν, πολλώ μάλλον, ενεργούν κατά τρόπο που, δικαιολογημένα, μπορεί να ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, όπως στην περίπτωση που επιδεικνύουν συμπεριφορά αντίθετη προς εκείνη που επιβάλλει ο συγκεκριμένος δημόσιος ρόλος τους ή αντίθετη προς την εικόνα, που εκείνα προβάλλουν για τον εαυτό τους, τότε το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα του πληροφορείν μπορεί να δικαιολογήσει την ακούσια λήψη της εικόνας τους και την προβολή από τα μέσα ενημερώσεως των σχετικών στιγμιοτύπων. [πρβλ. ΕΔΔΑ, Krone κατά Αυστρίας (26-2-2002), Plon κατά Γαλλίας (18-5-2004), von Hannover κατά Γερμανίας (24-6-2004), Ρεκλός κατά Ελλάδος (15-1-2009), House of Lords (M.B.) Campbell κατά MGN (6-4-2004)]. Ειδικότερα, η καταγραφή της εικόνας προσώπου είναι σύμφυτη με την έννοια της τηλεοράσεως. Δεν νοείται να ρυθμίζεται, και, επομένως, να κατοχυρώνεται συνταγματικά, ο τρόπος λειτουργίας μέσου ενημερώσεως, όπως η τηλεόραση, αλλά αυτό να λειτουργεί με τον τρόπο λειτουργίας άλλου μέσου ενημερώσεως, όπως το ραδιόφωνο. Διότι ειδησεογραφική τηλεόραση με απλή εμφάνιση του εκφωνητή των ειδήσεων, χωρίς τηλεοπτική αναμετάδοση στιγμιοτύπων, που περιλαμβάνουν και την εν δράσει εικόνα δημοσίων προσώπων, κατ’ ουδέν διαφέρει στην ουσία από την ραδιοφωνική μετάδοση ειδήσεων. Είναι διαφορετικό το ζήτημα μεταδόσεως εικόνων δημοσίων προσώπων σε περιπτώσεις άλλες από τις, κατά τα ανωτέρω, θεωρούμενες ως επιτρεπόμενες. Εκεί, ασφαλώς, η αναμετάδοση απαγορεύεται και το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τις κυρώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, τις παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 14). Στις κατά τα ανωτέρω, όμως, επιτρεπόμενες περιπτώσεις προβολής της εικόνας δημοσίων προσώπων, το τεκμήριο, κατά τη στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος στην πληροφόρηση και την δημόσια διαφάνεια αφ’ ενός και στην προστασία της εικόνας αφ’ ετέρου, είναι υπέρ του επιτρεπτού της μεταδόσεως της ακουσίως ληφθείσης εικόνας. Η κρατήσασα γνώμη αναγορεύει την προστασία της εικόνας σε απόλυτο αγαθό, χωρίς να υπάρχει σχετική συνταγματική πρόβλεψη, και καθιστά το συνταγματικό κανόνα του επιτρεπτού της αναμεταδόσεως εικόνας, αν η αναμετάδοση δεν παραβιάζει άλλες συνταγματικές διατάξεις, εξαίρεση, υπό άκρως αυστηρές προϋποθέσεις επιτρεπόμενη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφάσισε ότι η κρίση του Ε.Σ.Ρ., κατά την οποία συνιστά παράβαση των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών η μετάδοση, κατά τη διάρκεια των εκπομπών, εικόνων οι οποίες ελήφθησαν με κρυφά μέσα και έχουν ως κύριο θέμα τον παρεμβαίνοντα στη δίκη, και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη πράξη, αιτιολογούνται νομίμως και επαρκώς. Απέρριψε δε τους περί του αντιθέτου προβληθέντες ισχυρισμούς, καθώς και τους λόγους περί παράβασης των αρχών δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και της αρχής της αναλογικότητας.

 
Λειτουργία και συντήρηση ανελκυστήρων PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Σάββατο, 27 Μάρτιος 2010 06:16

ΤρΔΠρΠειρ 4426/2009

 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Λειτουργία και συντήρηση ανελκυστήρων - Αστική ευθύνη νπδδ -. Αστική ευθύνη Ν.Π.Δ.Δ. (Νοσοκομείου) λόγω πλημμελούς συντήρησης ανελκυστήρα του και τραυματισμού προσώπου από την πτώση του. Ο ιδιοκτήτης κτιρίου στο οποίο έχει εγκατασταθεί ανελκυστήρας, αλλά και ο συντηρητής του τελευταίου έχουν υποχρέωση να μεριμνούν για τη σωστή και ασφαλή λειτουργία τούτου (έλεγχος, συντήρηση, αντικατάσταση εξαρτημάτων κ.λ.π.). Οι υποχρεώσεις αυτές ισχύουν και προκειμένου για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ως ιδιοκτήτες κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιους σκοπούς και όπου λειτουργούν ανελκυστήρες. Αστική ευθύνη Νοσοκομείου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 Εισ.Ν.Α.Κ., λόγω πλημμελούς συντήρησης ανελκυστήρα εκ μέρους των υπευθύνων υπαλλήλων και λοιπών προστεθέντων, που έχει ως αποτέλεσμα του τραυματισμού προσώπου λόγω πτώσεως του ανελκυστήρα στο πάτωμα του υπογείου. Επιδίκαση αποζημίωσης ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. ΚΕΙΜΕΝΟ    Αριθμός απόφασης 4426/2009 ΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑΤμήμα7ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2009, με σύνθεση τους δικαστές: Αθηνά Μυλωνά, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Αυγερινή Λάσκαρη(Εισηγήτρια) και Νικούλα Μαρούλη, Πρωτοδίκες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την Aννα Χατζίκου, δικαστική υπάλληλο.    Για να δικάσει:    Την από 4 Απριλίου 2005 αγωγή:   Της ... κατοίκου Αθηνών, ... Πετράλωνα Αττικής, η οποία παραστάθηκε μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Περράκη.   Κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά ΜΕΤΑΞΑ», που εδρεύει στον Πειραιά(οδός Μπόταση αρ. 51) και το οποίο παραστάθηκε βάσει δηλώσεως  με την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Αρβανίτη.   Κατά τη συζήτηση, η διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.   Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.     Σκέφτηκε κατά το νόμο.    1. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα επιδιώκει να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου οφείλει να της καταβάλει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς της, συνεπεία παράνομων  παραλείψεων οργάνων του κατά τη συντήρηση ανελκυστήρα του, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση αυτού, και τον σοβαρότατο τραυματισμό της, επανεισάγεται νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την έκδοση της με αριθμ. 782/2008 προδικαστικής  του απόφασης.    2. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...». Οι διατάξεις αυτές, κατά το άρθρο 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή και ως προς την ευθύνη των δήμων, κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συντρέχει ευθύνη του Δημοσίου, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προς αποζημίωση, όταν προκαλείται ζημία, όχι μόνο από τη μη νόμιμη έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης (ή από την παράλειψη έκδοσής της) από όργανο που βρίσκεται στην υπηρεσία τους, αλλά και από την παράλειψη ιδιαιτέρων καθηκόντων και υποχρεώσεων, οι οποίες, σύμφωνα με την κείμενη εν γένει νομοθεσία και τους κανονισμούς, αλλά και κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, προσιδιάζουν στην οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Για τη θεμελίωση δε της ευθύνης προς αποζημίωση  η οποία είναι αντικειμενική μη εξαρτώμενη από τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος οργάνου, απαιτείται ακόμη η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (βλ. Α.Ε.Δ. 5/1995, ΣτΕ 4185/2000, 2763/99, 2463/1998,  347, 4776/1997, ΣτΕ 3045/92 Ολ., κ.ά). Ο αντικειμενικός δε αυτός αιτιώδης σύνδεσμος υφίσταται όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (πρβλ.2260/97 Τριμ. Διοικ. Θεσ/κης, Δι.Δικ. 1998,σελ.139, Διοικ. Εφ. Αθ. 393/93).Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914 και 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ., κατά περίπτωση υποχρεούνται σε αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, ενώ εξάλλου παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών τα οποία οι διάδικοι θέτουν υπόψη του (όπως του βαθμού του πταίσματος, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογο ποσό για χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον παθόντα ηθική βλάβη (ΣτΕ 289/1995, 2732/2004, Α.Π. 1760/2001).    3. Επειδή, στην με αρ. Φ.9.2/οικ. 32803/1308/11-9-1997,ΦΕΚ Β'815 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας-Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. Εργων,με την οποία μεταφέρθηκε στην Ελληνική Νομοθεσία η Οδηγία 95/16/Ε.Κ. του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής  Ένωσης «για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών-μελών σχετικά με τους ανελκυστήρες», ορίζονται και τα εξής: «Οι ανελκυστήρες στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα απόφαση πρέπει να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγείας που περιλαμβάνονται  στο παράρτημα Ι. Τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφαλείας στα οποία εφαρμόζεται η παρούσα απόφαση  πρέπει να ικανοποιούν τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγείας του παραρτήματος Ι ή και να επιτρέπουν στους ανελκυστήρες στους οποίους είναι εγκατεστημένα να πληρούν τις εν λόγω βασικές απαιτήσεις»(άρθρο 3),και στο Παράρτημα Ι ... 3. Κίνδυνοι για πρόσωπα εντός θαλαμίσκου. 3.1. ... 3.2. Σε περίπτωση βλάβης του κυκλώματος τροφοδότησης ή κατασκευαστικού στοιχείου, ο θαλαμίσκος πρέπει να είναι εφοδιασμένος με διατάξεις που εμποδίζουν την ελεύθερη πτώση ή ανεξέλεγκτες ανοδικές κινήσεις του θαλαμίσκου. Η διάταξη που εμποδίζει την ελεύθερη πτώση του θαλαμίσκου πρέπει να είναι ανεξάρτητη από τα μέσα ανάρτησης του θαλαμίσκου ...». Επίσης, στην με αρ. 3899/253/Φ.9.2/8.3.2002, ΦΕΚ Β'291, Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών-Ανάπτυξης-Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. Εργων, ΦΕΚ Β' 291 (Συμπλήρωση του πλαισίου εφαρμογής της ως άνω Κ.Υ.Α. σχετικά με την εγκατάσταση, λειτουργία, συντήρηση και ασφάλεια των ανελκυστήρων), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν την αντικατάστασή της από την με αρ. Φ9.2/29362/1957/21.12.2005, ΦΕΚ Β' 1797 Κ.Υ.Α.), ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: Αρθρο 5, «Συντήρηση», «1. Για τους ήδη εγκατεστημένους ανελκυστήρες η συντήρηση είναι υποχρεωτική και οι έλεγχοι και οι δοκιμές που γίνονται περιοδικά στα πλαίσια της διατήρησης καλής κατάστασης λειτουργίας των ανελκυστήρων πραγματοποιούνται από τους αδειούχους συντηρητές Δ' ειδικότητας ή τους Πτυχιούχους Μηχανολόγους-Ηλεκτρολόγους μηχανικούς σύμφωνα με το Παράρτημα I της παρούσας απόφασης. 2.Η συντήρηση των ανελκυστήρων έχει σκοπό να διατηρούνται σε καλή κατάσταση συγκεκριμένα μέρη, εξαρτήματα και στοιχεία ασφαλείας της εγκατάστασης του ανελκυστήρα προς αποφυγή ατυχημάτων...», Αρθρο 12 «Τελικές διατάξεις» «1. ... 2. Τα παραρτήματα της παρούσας απόφασης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής. 3. ...», Παράρτημα I «Συντήρηση» Α. Γενικά 1. Ο ανελκυστήρας και τα εξαρτήματά του πρέπει να διατηρούνται σε καλή κατάσταση, ώστε να εξασφαλίζεται ασφαλής λειτουργία. Για το σκοπό αυτό πρέπει να γίνεται συντήρηση του ανελκυστήρα από ειδικευμένο προσωπικό σύμφωνα με τα παρακάτω: 2. Η συντήρηση περιλαμβάνει τον κατά κανονικά χρονικά διαστήματα έλεγχο των ηλεκτρικών και μηχανικών διατάξεων ασφάλειας καθώς επίσης και των υπολοίπων εξαρτημάτων του ανελκυστήρα για εξακρίβωση και εκτίμηση μιας τυχόν ανασφαλούς λειτουργίας στην οποία μπορεί να οδηγηθεί η εγκατάσταση του ανελκυστήρα εξαιτίας μιας φθοράς, βλάβης ή και απορύθμισης των μηχανικών και ηλεκτρικών ασφαλείας και εξαρτημάτων αυτού. Περιλαμβάνει ακόμη τις απαραίτητες εργασίες για την αποκατάσταση της ασφαλούς λειτουργίας με εξάλειψη των βλαβών και των απορρυθμίσεων καθώς επίσης τον καθαρισμό και τη λίπανση όπου χρειάζεται όλων των εξαρτημάτων σύμφωνα με τους κανόνες της τεχνικής και τις υποδείξεις των κατασκευαστών των εξαρτημάτων ή των διατάξεων. 3. Το πρόγραμμα  για τη συντήρηση  των διαφόρων εξαρτημάτων και διατάξεων ασφαλείας πρέπει να είναι έτσι διαμορφωμένο ώστε να καλύπτει τις απαιτήσεις ασφαλείας καθώς και τις πρόσθετες απαιτήσεις του κατασκευαστή ... Β. Συνεργεία συντήρησης ανελκυστήρων. Οι εργασίες συντήρησης σ' ένα ανελκυστήρα πρέπει να γίνονται αποκλειστικά και μόνο από συνεργείο συντήρησης, που έχει την απαιτούμενη άδεια από την Υπηρεσία Βιομηχανίας της Οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και είναι καταχωρημένο στο μητρώο συντήρησης της Υπηρεσίας αυτής και διαθέτει τα κατάλληλα όργανα και μέσα. Τέτοιες άδειες δικαιούνται πλην των κατόχων αδειών συντηρητή Δ' ειδικότητας και οι Πτυχιούχοι Ηλεκτρολόγοι Μηχανικοί και οι Πτυχιούχοι - μηχανολόγοι Μηχανικού Τ.Ε.Ε. Υποχρεώσεις ιδιοκτήτη ή διαχειριστή. Ο ιδιοκτήτης ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του ή ο διαχειριστής του κτιρίου που είναι εγκατεστημένος ο ανελκυστήρας είναι υπεύθυνος, εκτός της αναθέσεως της συντήρησης σε υπεύθυνο αδειούχο συντηρητή και για τα κατωτέρω: α)Να μεριμνά για την περιοδική επιθεώρηση του ανελκυστήρα και τον επανέλεγχό του. β)Να αναγγέλλει στον υπεύθυνο συντηρητή κάθε παρουσιαζόμενη ανωμαλία λειτουργίας. γ) Να τηρεί και παρακολουθεί το φάκελο του ανελκυστήρα και να διατηρεί βιβλίο συντήρησης του ανελκυστήρα που θα είναι θεωρημένο από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... δ) Να τηρεί μπλοκ καταχώρησης των αποδεικτικών φύλων συντήρησης του ανελκυστήρα ... Στ. ...». Από τις προαναφερθείσες διατάξεις περί της λειτουργίας και της συντήρησης ανελκυστήρων, συνάγεται η υποχρέωση τόσο του ιδιοκτήτη του κτιρίου όσο και του συντηρητή του ανελκυστήρα να μεριμνούν για τη σωστή και ασφαλή λειτουργία του, προβαίνοντας στις επιβαλλόμενες ενέργειες προς τούτο (έλεγχος, συντήρηση, αντικατάσταση εξαρτημάτων κλπ.) και τηρώντας τα ειδικά προβλεπόμενα στοιχεία για τις ενέργειες αυτές, ώστε  να είναι δυνατόν  ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί και να διαπιστωθεί η κατάσταση και η πορεία λειτουργίας και συντήρησης του ανελκυστήρα. Οι υποχρεώσεις δε αυτές ισχύουν και προκειμένου για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ως ιδιοκτήτες κτιρίων που εξυπηρετούν δημοσίους σκοπούς και όπου λειτουργούν ανελκυστήρες, τάσσονται δε όχι μόνο χάριν του γενικότερου συμφέροντος αλλά αποβλέπουν συγχρόνως και στο συμφέρον και ειδικότερα στην ασφάλεια των ιδιωτών, υπό την έννοια ότι η μη προσήκουσα τήρηση από τα εντεταλμένα όργανα των πιο πάνω ιδιοκτητών του καθήκοντος ιδιαίτερης μέριμνας για την ασφαλή λειτουργία  των ανελκυστήρων, γεννά, κατ' αρχήν, για τον ιδιώτη  που ζημιώθηκε από την παράλειψη εκτέλεσης των πιο πάνω υποχρεώσεων και καθηκόντων, αγώγιμη απαίτηση έναντι του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση βάσει των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εφ όσον βεβαίως συντρέχουν και οι λοιπές προς τούτο προϋποθέσεις  του νόμου και μάλιστα αυτή  του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπηρεσιακής παράλειψης και της  ζημίας που προκλήθηκε. Εάν δε η ζημία του ιδιώτη επέρχεται λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης υποχρεώσεων που γεννώνται από διοικητική σύμβαση(προμήθειας ή δημοσίου έργου), σχετική με τη λειτουργία και συντήρηση  ανελκυστήρα, η κατά τα εν λόγω άρθρα του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. είναι αυτοτελής, μη επηρεαζόμενη από την  τυχόν από άλλες διατάξεις ή συμφωνίες προκύπτουσα ευθύνη του αναδόχου ή προμηθευτή για βλάβες στον ανελκυστήρα  ή για μη τήρηση των κατά νόμο και τη σύμβαση υποχρεώσεων αυτού, ούτε, πολύ περισσότερο, μπορεί αυτή να αποκλεισθεί έναντι των τρίτων  με σχετική συμφωνία με τον ανάδοχο ή τον προμηθευτή(πρβλ.ΣτΕ 347/1997, βλ. και Σταθόπουλο-Γεωργιάδη Αστικός Κώδιξ ΙΙ Γενικό Ενοχικό υπό άρθρ. 332 V σελ. 192, Πρ. Παυλόπουλου « Η Αστική Ευθύνη του Δημοσίου ΙΙ σελ. 95-96». Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές που αναφέρονται στην ανωτέρα βία, συνάγεται ότι μη τήρηση ή πλημμελής τήρηση των υποχρεώσεων των οργάνων του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. για τη συντήρηση των ανελκυστήρων, και, συνεπώς, ευθύνη για αποζημίωση, συντρέχει σε κάθε περίπτωση ζημίας ιδιώτη από τους μηχανισμούς αυτούς, εκτός αν το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ., κατά περίπτωση, αποδείξει ότι τα όργανά του έπραξαν ό,τι ήταν αντικειμενικά δυνατό και η ζημία οφείλεται σε γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ξένο με τη συντήρηση των μηχανισμών αυτών.   4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, εργαζόμενη με σύμβαση δημοσίου δικαίου στο εναγόμενο, ως παρασκευάστρια, στην κρινόμενη αγωγή της, εκθέτει ότι στις 17-2-2003 και περί ώρα 09.30,εργαζόμενη στην  υπηρεσία της (τομέας ισοτόπων) και διενεργώντας εξέταση καρκινικών δεικτών ca-19-9 μετέβη στον ανελκυστήρα του ισογείου με Νo 10 του εναγομένου νοσοκομείου και εισήλθε στο θάλαμο  αυτού (με τρία ακόμη άτομα) προκειμένου να μεταβεί για τις ανάγκες της εργασίας της από το ισόγειο  στον τρίτο όροφο του κτιρίου. Ενώ δε ο ανελκυστήρας στην αρχή που ξεκίνησε ανέβαινε κανονικά μεταξύ του 2ου και 3ου ορόφου και πριν φθάσει στο επίπεδο της πόρτας του 3ου ορόφου, ο θάλαμός του άρχισε να τρέμει και να μετακινείται με δύναμη προς πάσα κατεύθυνση και στη συνέχεια άρχισε ξαφνικά να πέφτει με μεγάλη ταχύτητα προς το βάθος του φρέατος εντός του οποίου κινείτο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο ανελκυστήρας προσέκρουσε με δύναμη και κρότο στο πάτωμα του τρίτου και τελευταίου υπογείου, σταματώντας κατά τον τρόπο αυτό την πορεία του, ταυτόχρονα δε άρχισαν να πέφτουν προς την πλευρά της ενάγουσας και επάνω της η οροφή του θαλάμου, σίδερα και σχάρες που τον στήριζαν μαζί με κομμάτια νοβοπάν που βρίσκονταν στην οροφή του πάνω από τις σχάρες, χτυπώντας αυτήν στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού της χαμηλά και στον αυχένα. Ακολούθως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η πτώση του ανελκυστήρα (Νο 10) οφείλεται στην πλημμελή συντήρησή του εκ μέρους των υπευθύνων υπαλλήλων και λοιπών προστηθέντων από το εναγόμενο και στην πλημμελή εποπτεία αυτών εκ μέρους των διοικούντων το νοσοκομείο, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι: α) κατά τον ανωτέρω χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα δεν είχε ανατεθεί από τη διοίκηση του εναγομένου η συντήρηση του ανελκυστήρα σε υπεύθυνο συντηρητή (αυτό έγινε μετά τις 27-2-2003 κατά τους ισχυρισμούς της) και η συντήρησή του είχε ανατεθεί παράτυπα και διενεργούνταν πλημμελώς από μη υπεύθυνο και μη κατέχοντα τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα τεχνικό και β) ο εν λόγω ανελκυστήρας Νο 10 ήταν ιδιαίτερα παλαιός (άνω των 25 ετών) λειτουργούσε χωρίς την παρουσία οδηγού που όφειλε να απασχολεί το εναγόμενο και εμφάνιζε συχνότατες και σοβαρότατες για την καταλληλότητά του βλάβες, ιδίως κατά το αμέσως προηγούμενο του ατυχήματος χρονικό διάστημα (2/1/2003, 3/1/2003, 7/2/2003, 10/2/2003), γεγονός συνεπεία του οποίου η διοίκηση του νοσοκομείου αν και είχε υποχρέωση δεν διέκοψε τη λειτουργία του ενώ μετά το ατύχημα αλλά και της πτώσης του ανελκυστήρα Νο 1 τελικώς ανέθεσε με την 14/7-5-2003 απόφασή της την εκτενέστατη επισκευή μεταξύ άλλων και του επίδικου ανελκυστήρα, του οποίου αντικαταστάθηκαν άμεσα η μηχανή, το σασί και τα φρένα. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας του εν λόγω ατυχήματος και ειδικότερα του είδους και του τρόπου που συνέβη αυτό, υπέστη σοβαρότατες και μόνιμες βλάβες στην υγεία της καθώς και βαρύτατη ψυχική ταραχή, ενώ η μετέπειτα μακρόχρονη  υποβολή της σε επίπονες ιατρικές εξετάσεις και οι κινητικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε στη συνέχεια και αντιμετωπίζει επί καθημερινής βάσης, την ταλαιπώρησαν επίσης ψυχικά, επλήγη δε η κοινωνική της ζωή καθώς και η επαγγελματική της εξέλιξη. Για όλη αυτή την ψυχική ταλαιπωρία, η ενάγουσα θεωρεί ότι πρέπει το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ. Αντίθετα το εναγόμενο με το παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά του προβάλλει ότι δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 106 του ΕισΝΑΚ, καθόσον η Διοίκηση του Νοσοκομείου είχε λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα για τη καλή συντήρηση του ανελκυστήρα, τα οποία συνίστανται στη σύναψη σχετικής σύμβασης συντήρησης, στην ανάθεση σε υπάλληλο της τεχνικής υπηρεσίας του νοσοκομείου να εποπτεύει σε καθημερινή βάση το παρεχόμενο από τον εργολάβο έργο, στην παρακολούθηση της τήρησης των ημερολογίων και σχετικών βιβλίων συντήρησης και στην υλοποίηση των υποδείξεων του τεχνικού για αγορά ανταλλακτικών και εκτέλεση επισκευαστικών εργασιών και ως εκ τούτου η διολίσθηση του ανελκυστήρα δεν οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη των οργάνων του, κατά παράβαση ισχύοντος κανονισμού ασφαλείας, αλλά σε τυχαίο γεγονός για το οποίο τα αρμόδια όργανα του εναγομένου δεν έχουν καμία υπαιτιότητα. Με την 782/2008 προδικαστική απόφαση που προαναφέρθηκε και η οποία αποτελεί ένα σύνολο με την παρούσα, ζητήθηκε να προσκομισθεί η τυχόν συνταχθείσα σχετικά με το ατύχημα, έκθεση πραγματογνωμοσύνης άλλως και αφού  συνταχθεί σχετική προς τούτο έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κατ' άρθρ. 7 παρ. 1 περ. β' της 3899/253/Φ.9.2/8.3.2002 κοινής υπουργικής απόφασης, αρμοδίου οργάνου ελέγχου(ήδη άρθρ. 11 της Φ.9.2/29362/1957/2005 Κ.Υ.Α.)να προσκομισθεί η τελευταία στο Δικαστήριο. Η προδικαστική αυτή δεν εκτελέστηκε, διότι όπως αναφέρεται στο  το 753/14.1.2009 έγγραφο του εναγομένου δεν συνετάγη έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά για το λόγο ότι εκτιμήθηκε από την τεχνική εταιρεία του νοσοκομείου ότι δεν επρόκειτο για ατύχημα πτώσης του ανελκυστήρα Νο 10 αλλά για ολίσθηση ενώ όπως διαλαμβάνεται στο με αρ. πρωτ. οικΒ5020/Φ18.1/1421/26.6.2009 έγγραφο του Διευθυντή της Δ/νσης Ανάπτυξης της Νομαρχίας Πειραιά (το οποίο γνωστοποιήθηκε στο Δικαστήριο βάσει του με αρ. 14903/13.7.09 εγγράφου του εναγομένου μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής) δεν κατέστη δυνατή η σύνταξη έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του μικτού οργάνου ελέγχου ανελκυστήρων σχετικά με το επισυμβάν ατύχημα και τούτο καθόσον σύμφωνα με το από 10.6.2009 πρακτικό συνεδρίασης του οργάνου αυτού «ο υπόψη ανελκυστήρας έχει πλέον αντικατασταθεί πλήρως».   5. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι : α) κατά το χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος δεν προκύπτει ότι τα αρμόδια όργανα του εναγομένου είχαν αναθέσει με έγκυρη καταρτισθείσα μετά από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό, σύμβαση, την ανάθεση του έργου της  μηνιαίας συντήρησης   του ένδικου ανελκυστήρα (Νο 10) σε υπεύθυνο αδειούχο συντηρητή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις προπαρατεθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις. Και τούτο καθόσον η 23/2001 συναφθείσα με τον ..., σύμβαση της διοίκησης του νοσοκομείου είχε ήδη λήξει από 2.9.2002 (με δυνατότητα παράτασής της αποκλειστικά τρεις μήνες μετά την ημερομηνία αυτή), ενώ εξάλλου στα πλαίσια της από 2.7.2002 τιτλοφορούμενης «συμπληρωματικής σύμβασης» του εν λόγω συντηρητή και του διοικητού του νοσοκομείου ναι μεν συμφωνήθηκε η «προληπτική και επισκευαστική συντήρηση επτά ανελκυστήρων» μεταξύ των οποίων και ο παραπάνω με αρ. 10 ανελκυστήρας, για ένα έτος ήτοι έως 1.7.2003, πλην όμως όπως προκύπτει από το κείμενο της σύμβασης τα συμβατικά στοιχεία του έργου οριζόμενα στην εισήγηση της τεχνικής υπηρεσίας του νοσοκομείου(αρ. 10751/6.6.2002) αφορούν αφενός μεν την εκτέλεση  εργασιών αντικατάστασης εξαρτημάτων του (ύψους 11.740 ευρώ), αφετέρου δε τη μηνιαία συντήρηση του ανελκυστήρα μέχρι λήξης της σύμβασης στις 10.8.2002 (διάστημα στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται η ημέρα του περιστατικού), β) στον εν λόγω ανελκυστήρα παρότι παρουσίαζε συχνά λειτουργικά προβλήματα, δεν πραγματοποιούνταν σοβαρές εργασίες συντήρησής του, με αντικατάσταση σημαντικών εξαρτημάτων, αλλά το συνεργείο του - διά του προστηθέντος τεχνικού -, ο οποίος μάλιστα δεν διέθετε την προβλεπόμενη εκ του νόμου άδεια (σχ. οι από 14.3.2003 εκθέσεις ένορκης κατάθεσής τους κατά τη διενεργηθείσα σχετική προανάκριση) αποκαθιστούσε (πρόσκαιρα, όμως, όπως προκύπτει από τη συχνότητα των αυτών επαναλαμβανομένων βλαβών σε μικρά χρονικά διαστήματα ιδίως στο σύστημα των φρένων του και το σασί) την εκάστοτε παρουσιαζόμενη βλάβη, την παράλειψη δε αυτή δεν επεσήμαναν τα αρμόδια όργανα του εναγόμενου, ως ιδιοκτήτη του κτιρίου, στο συντηρητή του ανελκυστήρα, αλλά ούτε ήταν σε θέση να το πράξουν, αφού δεν μπορούσαν να έχουν γνώση των τυχόν εκτάκτων συντηρήσεων και των αντικαταστάσεων ανταλλακτικών που πραγματοποιούντο από το συντηρητή, δεδομένου ότι από τα αρμόδια όργανα του εναγόμενου τηρούνταν πλημμελώς το βιβλιάριο συντήρησης του ανελκυστήρα, στο οποίο πλην του ότι ετίθεντο υπογραφές στις περιοδικές τακτικές συντηρήσεις αυτού, δεν καταχωρούνταν  στοιχεία σχετικά με αντικαταστάσεις εξαρτημάτων και σοβαρές επισκευές, ενώ δεν προκύπτει ότι τηρούνταν πρωτόκολλο παραλαβής ανταλλακτικών, γ) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η παρακολούθηση των τυχόν εκτελούμενων εργασιών από όργανα του εναγομένου, και τούτο λαμβανομένου υπόψη ότι η επιμέλεια που θα όφειλε να επιδείξει, ο προϊστάμενος της τεχνικής υπηρεσίας του εναγόμενου, επιτείνεται και από το γεγονός ότι η καλή λειτουργία των ανελκυστήρων συνάπτεται άμεσα με την ασφάλεια και ειδικότερα τη σωματική ακεραιότητα των χρηστών τους, η οποία επιβάλλει την επίδειξη της μέριμνας εκ μέρους του ως υπευθύνου να αναθέτει σε κάποιον τεχνικό υπάλληλο του εναγόμενου να παρευρίσκεται εκεί κατά τις εργάσιμες και μη ημέρες και ώρες, για να παρακολουθεί τις τυχόν εκτελούμενες εργασίες συντήρησης, τηρώντας και τα προβλεπόμενα στοιχεία, δ) το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είχε ενημερωθεί για την ανάγκη αποκατάστασης ουσιωδών εξαρτημάτων του ανελκυστήρα καθώς μετά από σχετική διαπίστωση της συνολικής εν γένει κατάστασής του ο υπεύθυνος συντηρητής, είχε προτείνει με εκτενέστατη έκθεση για την καλή λειτουργία του ανελκυστήρα την αντικατάσταση συγκεκριμένων εξαρτημάτων μεταξύ των οποίων η αντικατάσταση του κινητηρίου μηχανισμού και του σασί του ανελκυστήρα  με αρπάγες προοδευτικής πέδησης, συνολικής δαπάνης 24.500 ευρώ (σχετ. από 15-4-2002 έγγραφο του ... προς τη τεχνική υπηρεσία του εναγομένου), εν τούτοις όμως τα  αρμόδια  όργανα του εναγομένου κατόπιν νέας πρότασης του τελευταίου, απεφάσισαν την εκτέλεση  εργασιών αντικατάστασης, ποσού 11.740 ευρώ, στην οποία δαπάνη προφανώς δεν συμπεριλαμβανόταν οι προταθείσες αρχικώς από τον συντηρητή επιβεβλημένες για την εύρυθμη και χωρίς προβλήματα λειτουργία του ανελκυστήρα, εργασίες (αλλά μέρος αυτών), στις οποίες τελικά  προέβη εκ των υστέρων το νοσοκομείο και αφού  επανειλημμένα, όπως προκύπτει από τις οικείες καταχωρήσεις στο τηρούμενο από τον παραπάνω συντηρητή βιβλίο-ημερολόγιο εργασιών των ανελκυστήρων του εναγομένου είχαν σημειωθεί  βλάβες ιδίως στο σύστημα των φρένων του ανελκυστήρα(20-11-2002, 23-11-2002, 27-11-2002, 28-11-2002, 2.12.2002, 27.12.2002, 2-1-2003, 3-1-2003, 23-1-2003, 7-2-2003, 10-2-2003) και ε) ότι παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας είχε υποστεί επανειλημμένες βλάβες  και μάλιστα λίγες ημέρες πριν την ημέρα του ατυχήματος και μολονότι είχε τεθεί, για το λόγο αυτό, πρόσκαιρα εκτός λειτουργίας, ετέθη και πάλι σε λειτουργία, χωρίς εν τω μεταξύ να επισκευασθεί με αποτέλεσμα την πτώση του, συμβάντα που αφορούν τα καθήκοντα αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου, τα οποία δεν μερίμνησαν να παραμείνει ο ανελκυστήρας ακινητοποιημένος τουλάχιστον μέχρι την αντικατάσταση της μηχανής και των φρένων του, ενώ είναι ενδεικτικό το ότι το σασί και τα φρένα αντικαταστάθηκαν αμέσως μετά το επισυμβάν ατύχημα (18.2.03, 1.3.03) καθώς και ο ίδιος τελικά ο ανελκυστήρας σε μεταγενέστερο διάστημα, γεγονός που υποδηλώνει και το βαθμό πλημμελούς λειτουργίας και φροντίδας των εγκαταστάσεων αυτών εκ μέρους του αρμοδίου προσωπικού του εναγόμενου, το Δικαστήριο κ ρ ί ν ε ι, ενόψει και όσων αναπτύχθηκαν ερμηνευτικά στη μείζονα σκέψη, ότι τα όργανα του εναγόμενου δεν εκπλήρωσαν τις επιβαλλόμενες από τις πιο πάνω υπουργικές αποφάσεις και την καλή πίστη υποχρεώσεις τους, εξαντλώντας όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή λειτουργία του εν λόγω ανελκυστήρα και ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική λειτουργία του κινητηρίου μηχανισμού και των φρένων του, αυτές δε οι παραλείψεις, οι οποίες ελάμβαναν χώρα συνεχώς και επί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, είχαν ως αποτέλεσμα  τελικά την πτώση του θαλάμου αυτού λόγω της πλημμελούς συντήρησης του ανελκυστήρα και τον τραυματισμό της ενάγουσας. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη με αρ. 3 σκέψη της παρούσας είναι απορριπτέοι, εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί τυχαίου και απρόβλεπτου  περιστατικού . Ομοίως οι ισχυρισμοί  του εναγόμενου ότι για το εν λόγω ατύχημα και τον τραυματισμό της ενάγουσας δεν υπέχει το ίδιο ευθύνη αλλά ο συντηρητής των ανελκυστήρων, σύμφωνα και με τη σχετική ρήτρα στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ τους (περί ευθύνης του συντηρητή σε περίπτωση ατυχήματος τρίτων και τυχόν αστικής απαίτησης αυτών), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη, διότι η ευθύνη του εναγόμενου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη σχέση του με τον πιο πάνω εργολάβο, όπως αυτή ρυθμίσθηκε με τη σχετική σύμβαση. Εξάλλου, τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να ισχύσει, δεδομένου ότι αναφέρεται σε αδικοπρακτική ευθύνη έναντι τρίτων και επομένως αντίκειται στην αρχή της σχετικότητας των συμβάσεων (βλ. αρθρ. 415 ΑΚ και Σταθόπουλου - Γεωργιάδη Αστικός Κώδιξ ο.π.). Κατά συνέπεια, το εναγόμενο υποχρεούται να ανορθώσει τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα από το εν λόγω ατύχημα. Λαμβάνοντας δε υπόψη το περιεχόμενο των προσκομιζόμενων, από την ενάγουσα, σχετικά με το επισυμβάν περιστατικό, ιατρικών βεβαιώσεων(πιστοποιητικών)και  ένορκων βεβαιώσεων εργαζομένων στο νοσοκομείο που  αναφέρονται στην προδικαστική απόφαση, -η οποία όπως προειπώθηκε αποτελεί ένα σύνολο με την παρούσα-, το είδος του ατυχήματος και τον τρόπο που αυτό συνέβη, τη μόνιμη σωματική βλάβη (μετατραυματικό βαρύ αυχενικό σύνδρομο με σημεία ριζίτιδος Α5-Α6 λόγω κήλης-ΚΕΚ-εμβοές ώτων-ίλιγγοι-αστάθεια, με ποσοστό αναπηρίας 67%), που υπέστη η ενάγουσα λόγω της πτώσης του ανελκυστήρα (σχετ. οι με αρ. 20147/6.7.2004 και 5380/12.7.2006 ιατρικές γνωματεύσεις της Α' Υ.Υ.Ε. Αθηνών) και τη ψυχική αναστάτωση που της προκάλεσε, τις δυσμενείς, επίσης, ψυχικές συνέπειες που είχε γι αυτήν ο τραυματισμός της, τη διακοπή του συνήθους τρόπου ζωής της καθώς και την απομάκρυνση από τα επαγγελματικά της καθήκοντα, κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το εν λόγω γεγονός και τις συνέπειές του.   6. Επειδή, κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Τέλος, το αίτημα της ενάγουσας περί κήρυξης της παρούσας απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει προς τούτο η παρ.3 του άρθρου 80 του Κ.Διοικ.Δικ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3659/2008 (Φ.Ε.Κ. 77 Α της 7.5.2008). Τέλος  κατ εκτίμηση των περιστάσεων το εναγόμενο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας  (αρθρ. 275 παρ. 1,εδ. ε' του Κ.Διοικ.Δικ.).    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ    Δέχεται εν μέρει την αγωγή.   Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο νοσοκομείο με την επωνυμία «Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά ΜΕΤΑΞΑ» υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.   Απαλλάσσει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας.   Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 30.10.2009 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 23.12.2009.  
 
Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου - Υποχρέωση συμμόρφωσης διοίκησης - Θεώρηση χρηματικών ενταλμάτων PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 21 Μάρτιος 2010 16:14
ΕΣ. Ολ Πρκ 3/2010 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου - Υποχρέωση συμμόρφωσης διοίκησης - Θεώρηση χρηματικών ενταλμάτων -.  Τελεσίδικες αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, που αποφαίνονται για το αν συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας απασχολούμενων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εκδόθηκαν μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους και ως εκ τούτου παράγουν δεδικασμένο και εκτελεστότητα, υποχρεώνουν τη Διοίκηση σε συμμόρφωση και δεσμεύουν το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Επομένως και οι αποφάσεις του αρμόδιου Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, που επιβάλλουν κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, είναι ομοίως υποχρεωτικές και απόλυτα δεσμευτικές για το Ελεγκτικό Συνέδριο, αποτελούν δε αυτές πλήρες και νόμιμο δικαιολογητικό για την εκταμίευση του ποσού της κύρωσης και τη θεώρηση των αντίστοιχων χρηματικών ενταλμάτων. ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΑΤΗΣ 3ης ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ 17ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2010    ΜΕΛΗ: Γεώργιος - Σταύρος Κούρτης, Πρόεδρος, Ευσταθώς Ροντογιάννης, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελαρας, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Θεοχάρης Δημακόπουλος και Διονύσιος Λασκαράτος, Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Μιχαήλ Ζύμης, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Σωτηρία Ντούνη, Νικόλαος Μηλιώντις, Αννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης και Αντώνιος Κατσαρόλης, Σύμβουλοι.   Οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και Αγγελική Μυλωνά απουσίασαν δικαιολογημένα.   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.    Με την έναρξη της συνεδριάσεως, η Σύμβουλος Ελένη Λυκεσά, που ορίστηκε εισηγήτρια με τα Πρακτικά της 16ης Συνεδρίασης της 23.6.2009 του Ιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, φέρει προς συζήτηση το ζήτημα της δεσμευτικότητας των αποφάσεων των Τριμελών Συμβουλίων του ν. 3068/2002, που επιβάλουν κυρώσεις σε βάρος τις Διοίκησης λόγω μη συμμόρφωσής της σε τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων. Το εν λόγω ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα ως άνω Πρακτικά, ως μείζονος σπουδαιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του π.δ. 774/1980. Ειδικότερα, το παραπέμπον Ι Τμήμα δέχθηκε κατά πλειοψηφία, με τα ανωτέρω Πρακτικά, ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται από τις αποφάσεις των ως άνω Τριμελών Συμβουλίων, γιατί αφενός, κατά το νόμο, δεν ελέγχεται η νομιμότητα της κρίσης τους, αλλά και γιατί με τις αποφάσεις αυτές επιβάλλεται στη Διοίκηση η συμμόρφωση σε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που είναι απόλυτα δεσμευτικές για τη Διοίκηση και το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τov προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Λόγω όμως του εγειρόμενου ζητήματος μείζονος σπουδαιότητας, τo Τμήμα παράπεμψε την παρούσα υπόθεση προς κρίση στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου.    Ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Γεώργιος Σχοινιωτάκης εξέφρασε επί του ανωτέρω ζητήματος την ακόλουθη έγγραφη γνώμη:   «1. Με τα Πρακτικά του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συνεδρίαση 16η/23 Ιουνίου 2009 (Θέμα Β'), τα οποία διαβιβάστηκαν στη Γραμματεία της Υπηρεσίας μας, με το ΦΓ16/1018/11.1.2010 έγγραφο της Υπηρεσίας Επιτρόπου στη Γραμματεία της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αφορούν την 11/5.5.2009 πράξη επιστροφής της αναπληρώτριας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής, με την οποία αρνήθηκε να θεωρήσει το 533, οικονομικού έτους 2009, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Δήμου Κρωπίας, ποσού 155,000 ευρώ, (που αφορούσε την καταβολή ποσού 5.000 ευρώ, σε καθένα από τους τριάντα τέσσερις (54) εργαζόμενους στον cv λόγω Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που επιβλήθηκε υπέρ αυτών και σε βάρος του άνω Δήμου με την αριθ. 18/2008 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, ως κύρωση, λόγω μη συμμόρφωσης του Δήμου στην αμετάκλητη 718/2006 καταψηφιστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου το μείζονος σπουδαιότητας ζήτημα εάν είναι δεσμευτικές οι αποφάσεις των Τριμελών Συμβουλίων ίων Ανωτάτων Δικαστηρίων που επιβάλλουν κυρώσεις στη Διοίκηση, λόγω μη συμμόρφωσης της σε δικαστικές αποφάσεις που από το Ελεγκτικό Συνέδριο (πρακτικά της 22ης Γεν. Συνεδρίασης της Ολομελείας της 8ης Νοεμβρίου 2006) έχει κριθεί ότι εκδόθηκαν από δικαστήρια που δεν είχαν δικαιοδοσία και ήταν ως εκ: τούτου ανίσχυρες. Επί του ζητήματος αυτού η γνώμη μας είναι η ακόλουθη:   2. α. Στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α) ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους καθώς και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό) ... 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει ... ». Σε εφαρμογή αυτών, το άρθρο 17 του π.δ. 774/1980 «Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου» (ΦΕΚ Α' 189) ορίζει ότι: «1. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον α) ... β) Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δι' ειδικών νόμων εις τον έλεγχο αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι υπάρχει διά ταύτας νομίμως κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν οι διατάξεις του κώδικος «περί δημοσίου λογιστικού» και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως ... 3. Κατά τον υπό του Συνεδρίου ασκούμενον έλεγχον επιτρέπεται η εξέτασις και των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, επιφυλασσομένων των περί δεδικασμένου διατάξεων ... ». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας των δαπανών, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει, όταν απαιτείται, και την, για την πραγματοποίηση της δαπάνης, ύπαρξη δικαιώματος του δανειστή (πιστωτή) του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ .. Εφόσον όμως για το ως άνω δικαίωμα υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται από αυτό. Τέτοιες αποφάσεις που έχουν ισχύ δεδικασμένου κατά το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ. (βλ. και αρθρ. 123 π.δ. 1225/81) και είναι τελεσίδικες, είναι οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Ανάλογη διάταξη υπάρχει και στον Κωδ. Διοικ. Δικονομίας (αρθρ. 197 ν. 2717/1999). Η ισχύς του δεδικασμένου στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αποτέλεσμα της αυθεντικής διαγνώσεως της απαιτήσεως κατά το νόμιμο και ουσία βάσιμο αυτής που προηγείται με τη δικαστική απόφαση. Το δεδικασμένο αναφέρεται στη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, στην ύπαρξη δηλαδή ή ανυπαρξία ορισμένου δικαιώματος ή έννομης σχέσης και επί προδικαστικότητας λειτουργεί τόσο αρνητικά, καθιστώντας απαράδεκτη κάθε αμφισβήτηση περί του κριθέντος δικαιώματος, όσο και θετικά, καθόσον ασχέτως αμφισβητήσεως (το δεδικασμένο) πρέπει να τίθεται ως βάση κάθε περαιτέρω διαγνώσεως. Ως εκ τούτου όταν το, κατά τον έλεγχο της δαπάνης, παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα έχει αποτελέσει περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει να συμμορφωθεί με αυτή και δεν δικαιούται να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας ή μη της διαγνωσθείσας με την απόφαση έννομης συνέπειας, αφού ο έλεγχος της ορθότητας ή μη της αποφάσεως δεν συνιστά παρεμπίπτον ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 του π.δ. 774/1980. Στην περίπτωση αυτή η τελεσίδικη απόφαση, στην οποία στηρίζεται το δικαίωμα του φερόμενου ως δικαιούχου της δαπάνης για την πραγματοποίησή της, αποτελεί νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό της απαιτήσεώς του σε βάρος του υποχρέου (Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.). Αλλωστε η δεσμευτική ενέργεια που προσδίδεται από το νόμο στο περιεχόμενο της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως (δεδικασμένο) παράγεται και από τη μη ορθή, άδικη ή παράνομη απόφαση. Συναφώς, το δεδικασμένο καλύπτει τόσο τις διαδικαστικές, προϋποθέσεις, δηλαδή τις τυπικής φύσεως προϋποθέσεις που ανάγονται στην τηρητέα διαδικασία προς διαπίστωση της υπάρξεως του δικαιώματος, όσο και τις αναγόμενες στο βάσιμο της αγωγής ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ύπαρξη και το περιεχόμενο του ουσιαστικού δικαιώματος. Η εκδοθείσα επί της ουσίας τελεσίδικη απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο και περί του ουσιαστικού και περί του δικονομικού ζητήματος ως κύριων ζητημάτων. Ως δικονομικό δε ζήτημα νοείται το σύνολο των διαδικαστικών προϋποθέσεων, τη συνδρομή των οποίων αναγκαίως δέχθηκε το δικαστήριο εφόσον εξέδωσε απόφαση επί της ουσίας. Από το δεδικασμένο καλύπτονται, εκτός των άλλων (άρθρ. 330 του Κ.Πολ.Δ.), και όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο, καθώς επίσης και οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωμα.   β. Περαιτέρω, από τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος προκύπτει ευθέως ότι η δικαστική αρμοδιότητα κρίνεται από τη φύση της διαφοράς, την οποία δεν μπορεί να μεταβάλει ο νομοθέτης και, σε συνάρτηση μ£ τη θεμελιώδη αυτή αρχή, ότι η, κατά νομοθετική πρόβλεψη, παρεμβολή ενδεχομένως της διοικήσεως δεν μεταβάλλει τη φύση της διαφοράς, η για την οποία δικαιοδοτική αρμοδιότητα παραμένει αδιατάρακτη, προσδιοριζόμενη αποκλειστικά από το χαρακτήρα της υποκείμενης σχέσεως (Α.Ε.Δ. 5, 8, 10/1989, 85/1901, 3/2004). Τις καθοριστικός αυτής αρχές, βάσει των οποίων η φύση της διαφοράς συνιστά κριτήρια προσδιορισμού της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας, έχει εκφράσει σταθερά το σύνολο της εθνικής δικαιοδοσίας (Σ.τ.Ε. 1986/1995, Α.Ε.Δ. 39/1989, Ολ, Σ.τ.Ε. 1303/1997, Α.Ε.Δ. 20/1990 κ.ά.). Οι διαφορές που ανακύπτουν από υποκείμενη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οσάκις παρεμβάλλεται πράξη της διοικήσεως (Α.Ε.Δ, 10/1989, Σ.τ,Ε. 1894/2005, 2691/2005 κ,ά.), αφού χωρίς υποκείμενη σχέση δημόσιου δικαίου δεν είναι δυνατόν να ανακύψει αρμοδιότητα της διοικητικής δκαιοδοσίας. Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και δεν χωρεί σ' αυτό επέμβαση του νομοθέτη. Αυτό ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις που προσδίδεται ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός βάσει νόμου, αφού χωρίς τov ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ' αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρ. 87 παρ. 2 Σ.) κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (Α.Ε.Δ, 3/2001, Α.Π. 6/2001, 141/2000, Ολ. Α.Π. 18/2006). Εν πάση όμως περιπτώσει δεν έχει δικαιοδοσία το Ελεγκτικό Συνέδριο να κρίνει είτε ως Εφετείο είτε ως Αρειος Πάγος τις μειονεξίες και το υποστατό ή το ανυπόστατο των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων, σύμφωνα με το άρθρ. 313 του Κ.Πολ.Δ., αντικαθιστώντας τα εν λόγο) πολιτικά δικαστήρια στα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα επί διαφορών ιδιωτικής φύσεως για τις οποίες κατά το ισχύον σύνταγμα (άρθρ. 94 παρ. 2) αυτά είναι αποκλειστικά αρμόδια και το Ελεγκτικό Συνέδριο ούτως οικειοποιούμενο το δικαιοδοτικό ρόλο και, την αποστολή αυτών παραβιάζει κατάφορα το εν λόγω άρθρο 94 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος που ορίζει ότι, «Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, ... όπως νόμος ορίζει». Η ισχύουσα δε Πολιτική Δικονομία καθώς και το άρθρο 98 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα π.δ. 774/80 και 1225/81 δεν προσδίδουν δικαιοδοσία στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως οιονεί, «super ακυρωτικό -αναιρετικό» να κηρύττει ανίσχυρες ως ανυπόστατες τις αμετάκλητες, ως εν προκειμένω, αποφάσεις των Μονομελών Πρωτοδικείων. Τέτοια δικαιοδοσία έχουν μόνο τα Πολιτικά Εφετεία και ο Αρειος Πάνος, Ούτε είναι δυνατόν ν' αφεθεί η άσκηση ταυ δικαιοδοτικού αυτού έργου των πολιτικών δικαστηρίων στα διοικητικά δικαστήρια στα οποία υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ως νόμος ορίζει (άρθρ. 94 παρ. 1 Συντάγματος) και ουχί οι ιδιωτικές διαφορές ως είναι οι διαφορές περί την φύση της εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταξύ εργαζομένων και εργοδότου. Αλλωστε κατά το άρθρο 313 του Κ.Πολ.Δικ. η αναγνώριση του ανυπόστατου (ανίσχυρου) μιας δικαστικής απόφασης προϋποθέτει την τήρηση συγκεκριμένης εξαιρετικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της ίδιας δικαιοδοσίας προς το δικαστήριο που την εξέδωσε «δι' αγωγής ή ενστάσεως» που προϋποθέτει σχετική δίκη, στα. πλαίσια της οποίας και μόνο μπορεί να κρι6εί το ανίσχυρο - ανυπόστατο της καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας εκδοθείσας απόφασης και όχι με βάση τη διοικητική αρμοδιότητα παρεμπίπτοντα ελέγχου της νομιμότητας των δαπανών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.   3. Το π.δ. 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα» (ΦΕΚ Α' 134), με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία, καθόσον αφορά τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, προς την Οδηγία 1999/70/EΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, ορίζει, στο άρθρο 11, τα ακόλουθα: «Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως του αριθμού ανανεώσεων των συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσους με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα ... δ) Ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί, κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση ... 2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνοι αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνομαι με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία, Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στα Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.)» το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων ...» Η κατά τ' ανωτέρω προβλεπόμενη διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του Α.Σ.Ε.Π. για τη «μετατροπή» των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεv αποκλείει ούτε είναι δυνατόν ν'  αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρον 26, 94 και 95 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια, επιδιώκοντας την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της συμβατικής εργασιακής σχέσης τους, ο ορθός χαρακτηρισμός της οποίας, όπως ήδη προεκτέθηκε, αποτελεί  έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ. β') προβλέπονται περιπτώσεις προσλήψεως προσωπικού με επέμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Οι επανειλημμένως ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου των προσώπων αυτών εξυπηρετούν, κατά κανόνα, πάγιες ανάγκες και αποτελούν στην ουσία συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ως εκ τούτου η αναγνώριση της πραγματικής αυτής καταστάσεως δεv συνιστά μετατροπή των συμβάσεων αλλά απλή αναγνώριση αϊτό το δικαστή της πραγματικής νομικής τους φύσης που συνίσταται στη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 18/2006). Περαιτέρω, η βούληση του συντακτικού νομοθέτη κατά τη θέσπιση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 103 παρ, 8 Σ δεν συνίστατο στην απαγόρευση μονιμοποιήσεως ή μετατροπής σε αόριστον χρόνου κάθε συμβάσεως ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά μόνον εκείνης που ανταποκρίνεται στην «κλασική σύμβαση ορισμένου χρόνου», που δεν αποτελεί δηλαδή εικονική σύμβαση αορίστου χρόνου κατά καταστρατήγηση των αντίστοιχων νομοθετικών ρυθμίσεων (βλ. πρακτικά της Αναθεωρητικής Βουλής, Συνεδρίαση ΡΜΔ' 21-3-2001, σ. 6224, όπου υπογραμμίζεται ότι η δήλωση αυτή θα ισχύσει ως δήλωση για την ερμηνεία του Συντάγματος). Αλλωστε και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι με τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 αποκλείσθηκε από τα πολιτικά δικαστήρια η δυνατότητα να κρίνουν τη φύση των ως άνω συμβάσεων, η ανάθεση σε διοικητικές αρχές (υπηρεσιακά συμβούλια και Α.Σ.Ε.Π.) της αποκλειστικής κρίσης ζητήματος, το οποίο κατ' ουσίαν αποτελεί ιδιωτική διαφορά, συνιστά ενέργεια αντικείμενη στο Σύνταγμα (άρθρα 26, 94, 96), καθόσον ο νομοθέτης δεν μπορεί ν' αναθέσει την κρίση ιδιωτικών διαφορών  σε διοικητικές αρχές (Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. αρθρ. 1 σελ, 3),και συνεπάγεται την αποσττέρηση του εργαζομένου από την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου (άρθρο 20 του Σ) θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος να ζητήσει την παροχή πλήρους και αποτελεσματικής έννομης προστασίας από τα αρμόδια δικαστήρια. Ως εκ τούτου ούτε με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 αλλά ούτε και με το άρθρο 103 παρ.7 του Σ διαρρηγνύεται εξαιρετικά υπέρ των προαναφερόμενων διοικητικών οργάνων η θεμελιωμένη σ:ο άρθρο 94 του Συντάγματος δικαιοδοτική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει ότι, καθιερώνεται από τις διατάξεις αυτές αποκλειστική διοικητική διαδικασία τηρητέα υποχρεωτικά πριν από την άσκηση του ατομικού δικαιώματος ίου άρθρου 20 του Σ. ούτε ότι μεταπλάσσεται η από τη φύση της ιδιωτική διαφορά, που προκύπτει από την υποκείμενη συμβατική εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου και ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο.   4. α. Εξάλλου στο άρθρ. 95 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι, «5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.» Ενόψει του ως άνω άρθρου του Συντάγματος (95 παρ. 5) εκδόθηκε ο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις... και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 274) που ορίζει τα ακόλουθα: Αρθρο 1: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης,,. έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις... είναι όλες οι αποφάσεις τα>ν διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει...... Αρθρο 2: «Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρ6ρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α) ... γ) του Αρείου Πάγου, αν πρόκειται για αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όλων των βαθμίδων...». Αρθρο 3: «1. Το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο, εάν μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου διαπιστώσει καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, καλεί την αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση να εκθέσει... τις απόψεις της... Ακολούθως, αν ... διαγνώσει, ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση... είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία... 3. Αν η αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί... μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο... προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση... 4. Η. απόφαση του τριμελούς συμ|3ουλίου με την οποία προσδιορίζεται το χρηματικό ποσό... εκτελείται κατά τις οικείες περί εντάλματος πληρωμής διατάξεις... 8. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα που αφορά... τον τρόπο και τη διαδικασία διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης της διοίκησης καθώς και της επιβολής και είσπραξης του χρηματικού ποσού». Κατ' εξουσιοδότηση τις τελευταίας ως άνω διάταξης εκδόθηκε το π.δ. 61/2004 «Διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις» (ΦΕΚ Α' 54), το οποίο στο άρθρο 3 ορίζει ότι: «1. ... 3. Αν η υπόχρεη αρχή δεν συμμορφωθεί προς τη δικαστική απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το συμβούλιο εκδίδει απόφαση, με την οποία βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση και προσδιορίζει το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο» σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ, 3 του Ν. 3068/2002» και στο άρθρο 8 ότι: «1. ... 5. Κατά την έκδοση) θεώρηση και εξόφληση του χρηματικού εντάλματος για την πληρωμή του ποσού, που καθορίζεται από το συμβούλιο, δεν ελέγχεται η νομιμότητα της κρίσης του συμβουλίου που περιέχεται στην απόφαση...».   β. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξετάζει τη νομιμότητα και κανονικότητά τους, δικαιούμενο να εξετάζει παρεμπιπτόντως τόσο τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων στις οποίες οι εν λόγω δαπάνες στηρίζονται, όπως επίσης και το υπαρκτό, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της απαίτησης, σε εξόφληση της οποίας οι δαπάνες αυτές διενεργούνται. Απαραίτητη προϋπόθεση διενέργειας του παρεμπίπτοντος αυτού ελέγχου είναι ότι για τα ζητήματα αυτά δεν υφίσταται ήδη δεδικασμένο. Στην αντίθετη περίπτωση, εφόσον δηλαδή υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται απόλυτα κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Αντίστοιχη δέσμευση για το Ελεγκτικό Συνέδριο συντρέχει και όταν η απαίτηση στην οποία αφορά η υπό έλεγχο εντελλόμενη δαπάνη στηρίζεται σε απόφαση του αρμοδίου Τριμελούς Συμβουλίου, με την οποία επιβάλλεται κύρωση σε βάρος της Διοίκησης λόγω μη συμμόρφωσής της προς τελεσίδικη δικαστική απόφαση, Κ εν λόγω απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου συνιστά δικαστική πράξη με κυρωτικό χαρακτήρα, που αποτελεί ειδικό εκτελεστό τίτλο (βλ. άρθρο 3 παρ. 4 εδ. β' νου ν. 3068/2002) και η δυνατότητα παρεμπίπτοντος ελέγχου την νομιμότητας της κρίσης του αποκλείεται ρητά από το άρθρο 8 παρ. 5 του π. δ. 61/2004.   5. Στην κρινόμενη περίπτωση, με τα πρακτικά του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συνεδρίαση 16η/23 Ιουνίου 2009, έγιναν δεκτά τα εξής: Με τη 1718/2006 καταψηφιστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είναι ήδη αμετάκλητη, έγινε δεκτή η από 24.02.2006 αγωγή των φερόμενων ως δικαιούχων του επίμαχου χρηματικού εντάλματος, τριάντα τεσσάρων (34) συμβασιούχων εργαζομένων του Δήμου Κρωπίας, αναγνωρίσθηκε ότι οι διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου αυτών με τοv ως άνω Δήμο συνιστούν ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους καταβάλλοντος σ' αυτούς τις μηνιαίες αποδοχές τους. Στη συνέχεια, και επειδή ο Δήμος δε συμμορφώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση, υποβλήθηκε, από τους ανωτέρω εργαζομένους του, αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, προκειμένου να ληφθούν τα προσήκοντα μέτρα για τη συμμόρφωση του με την απόφαση αυτή. Μετά την τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 του ν. 3068/2002 διαδικασίας, εκδόθηκε η 18/2008 απόφαση του ως άνω Συμβουλίου, με την οποία βεβαιώθηκε η μη συμμόρφωση του Δήμου Κρωπίας προς την 1718/2006 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προσδιορίσθηκε χρηματικό ποσό πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί σο καθέναν από τους εργαζομένους του, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση του προς την απόφαση αυτή, την οποία το Τριμελές Συμβούλιο του ΑΠ έκρινε έγκυρη και ισχυρή. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου εκδόθηκε από το Δήμο Κρωπίας το 533, οικονομικού έτους 2009, χρηματικό ένταλμα ύψους 155.000 ευρώ. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: Ότι η 18/2008 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, με την οποία επιβλήθηκε συνολική κύρωση ποσού 155.000 ευρώ σε βάρος του Δήμου Κρωπίας, λόγω της μη συμμόρφωσής του προς την προαναφερόμενη αμετάκλητη 1718/2006 απόφαση, αποτελεί πλήρες και νόμιμο δικαιολογητικό για την έκδοση, θεώρηση και εξόφληση του επίμαχου χρηματικού εντάλματος, για την πληρωμή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, που καθορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο ταυ Αρείου Πάγου, του οποίου, κατά ρητή νομοθετική επιταγή (άρθρο 8 παρ. 5 του π.δ. 61/2004), δεν ελέγχεται η νομιμότητα της κρίσης που περιέχεται στη σχετική απόφαση του. Περαιτέρω, το Τμήμα επεσήμανε ότι, σε κάθε περίπτωση, η 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε από το κατά το Σύνταγμα αρμόδιο δικαστήριο και ως εκ τούτου είναι υποστατή και ισχυρή, ως αμετάκλητη δε παράγει δεδικασμένο και δεσμεύει τη Διοίκηση αλλά και το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον από αυτό ασκούμενο προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Τέλος, το Τμήμα σημείωσε επικουρικά ότι και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί αφενός ότι είναι δυνατός ο παρεμπίπτων, κατά τον προληπτικό έλεγχο δαπανών, έλεγχος της νομιμότητας της κρίσης που περιέχεται στην απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και αφετέρου ότι η 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε εκδοθεί καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του (πρβλ. Πρακτικά Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου της 22ης Γενικής Συνεδρίασης της 8ης Νοεμβρίου 2006), και πάλιν όμως η αναγνώριση της ανυπαρξίας της απόφασης αυτής μπορεί να επιδιωχθεί από τον έχοντα έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1β του ΚΠολΔ, μόνον με αγωγή ή κατ' ένσταση στο πλαίσιο σχετικής δίκης και όχι κατά τη διοικητική (μη δικαστική) διαδικασία του προληπτικού ελέγχου νομιμότητας των δαπανών όπως ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθεται (βλ. σκέψεις υπό αριθ. 1 - 45). Συνακόλουθα, το Τμήμα δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δαπάνη είναι νόμιμη και το ένταλμα πρέπει να θεωρηθεί. Η άποψη αυτή της πλειοψηφίας είναι, κατά τη γνώμη μας, σύμφωνη με όσα πιo πάνω υπό σκέψεις 1-4 εκθέσαμε, σε αντίθεση με την μειοψηφία η οποία είναι αντίθετη προς τις ως άνω αναλυτικά εκτιθέμενες σκέψεις μας, δι' ον λόγο καν πρέπει η Ολομέλεια σας να υιοθετήσει τα υπό της πλειοψηφίας δεκτά γενόμενα σε σχέση με το επίμαχο ερώτημα.   6. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η άποψη μας επί του μείζονος σπουδαιότητας ζητήματος που ανέκυψε με αφορμή την επίμαχη υπόθεση είναι ότι, οι αποφάσεις των Τριμελών Συμβουλίων των Ανωτάτων Δικαστηρίων που επιβάλλουν κυρώσεις στη Διοίκηση, λόγω μη συμμόρφωσής της σε δικαστικές αποφάσεις, είναι δεσμευτικές και αποτελούν πλήρες και νόμιμο δικαιολογητικό για τη θεώρηση του χρηματικού εντάλματος πληρωμής, με το οποίο εντέλλεται η πληρωμή του ποσού που έχει καθορισθεί από τα ως άνω Συμβούλια ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση. Τα Τριμελή Συμβούλια είναι σε κάθε περίπτωση αρμόδια να εξετάσουν αν η άρνηση της Διοίκησης να συμμορφωθεί σε δικαστική απόφαση είναι δικαιολογημένη ή όχι και vα επιβάλουν την προσήκουσα κύρωση, η δε αρμοδιότητα τους αυτή και η σχετική εξουσία επιβολής κυρώσεων δεν αίρεται από το τυχόν ανυπόστατα της δικαστικής απόφασης, προς την οποία δεν συμμορφώθηκε η Διοίκηση, δεδομένου άτι η συνδρομή του ελαττώματος αυτοί) (ως ανυπόστατης) της σχετικής δικαστικής απόφασης - το οποίο (ελάττωμα) αποτελεί και κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της άρνησης της Διοίκησης να συμμορφωθεί - δεν καταφάσκεται άνευ ετέρου, αλλά προϋποθέτει ότι έχει αναγνωρισθεί κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής από τον ενδιαφερόμενο ή κατ’ ένσταση στα πλαίσια, σχετικής ανοιγείσας δίκης ως ανωτέρω αναλυτικά υπό αριθ. 2β εκτίθεται (βλ. άρθρο 313 παρ. 1β' του ΚΠολΔ). Εξάλλου, η Διοίκηση υποχρεούται να εκτελεί τις δικαστικές αποφάσεις και δεν δύναται να αρνείται τη συμμόρφωση της προς αυτές επικαλούμενη, κατά το δοκούν, ότι τούτες είναι ανυπόστατες, το δε δικαιολογημένο ή μη της άρνησής της αυτής αποτελεί αντικείμενο κρίσης από το αρμόδιο Τριμελές Συμβούλιο. Τέλος, σύμφωνα με ρητή νομοθετική πρόβλεψη (βλ, άρθρο 8 παρ. 5 του π.δ. 61/2004), κατά την έκδοση, θεώρηση και εξόφληση του χρηματικού εντάλματος για την πληρωμή του ποσού, που καθορίζεται από το Τριμελές Συμ;3οΰλ;ο ως κύρωση, αποκλείεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας της σχετικής κρίσης του. Έτσι ρητά και κατηγορηματικά πλέον το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν δύναται κατά τον παρεμπίπτοντα προληπτικό έλεγχο που ασκεί στη νομιμότητα των δαπανών των Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λ.π. ν' αποφαίνεται επί της νομιμότητας της κρίσης των Τριμελών Συμβουλίων, δεσμευόμενο από τις αποφάσεις αυτών. Αθήνα, 18 Ιανουαρίου 2010 Ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείαςτου Ελεγκτικού ΣυνεδρίουΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΣΧΟΙΝΙΩΤΑΚΗΣ    Η Εισηγήτρια Σύμβουλος Ελένη Λυκεσά εξέθεσε τα ακόλουθα:   1. Η αναπληρώτρια Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής αρνήθηκε, με την 11/5.5.2009 πράξη επιστροφής, να θεωρήσει το 533, οικονομικού έτους 2009, χρηματικό ένταλμα πληρωμής, ποσού 155,000 ευρώ, που εκδόθηκε από το Δήμο Κρωπίας για την καταβολή χρηματικού ποσού 5.000 ευρώ σε καθένα από τριάντα τέσσερις (34) εργαζόμενους του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, το οποίο επιβλήθηκε υπέρ αυτών και σε βάρος του Δήμου με την 18/2008 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, ως κύρωση, λόγο) μη συμμόρφωσης του Δήμου στην 1718/2006 αμετάκλητη καταψηφιστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση αναγνωρίστηκε ότι η σύμβαση εργασίας που τους συνδέει με τo Δήμο Κρωπίας είναι αορίστου χρόνου και ταυτόχρονα υποχρεώθηκε ο ως άνω Δήμος να αποδέχεται, τις υπηρεσίες τους και να τους καταβάλλει τις μηνιαίες αποδοχές τους. Ως αιτιολογία της αρνησιάς της η Επίτροπος πρόβαλε ότι μη νόμιμα επιβλήθηκε σε βάρος του Δήμου η ως άνω κύρωση, γιατί η 1718/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι, σύμφωνα με το άρθρο 313 του Κ.Πολ.Δ., ανίσχυρη και επομένως δεν παράγει δεδικασμένο και υποχρέωση συμμόρφωσης, αφού, μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν για τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.   2. Το Ι Τμήμα εξέδωσε τα πρακτικά της 16ης Συνεδρίασης της 23.6.2009, με τα οποία έκρινε κατά πλειοψηφία ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τον προληπτικά έλεγχο των δαπανών, δεσμεύεται από τις αποφάσεις των Τριμελών Συμβουλίων, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις σε βάρος της Διοίκησης λόγω μη συμμόρφωσης της προς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις. Οι αποφάσεις των Συμβουλίων αυτών συνιστούν δικαστικές πράξεις κυρωτικού χαρακτήρα, που αποτελούν ειδικό εκτελεστό τίτλο (άρθρο 3 παρ, 4 εδ. β' του ν. 3068/2002) και ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας της κρίσης τους αποκλείεται ρητά από το άρθρο 8 παρ, 5 του π.δ. 61/2004. Περαιτέρω το Τμήμα, με τα ίδια Πρακτικά, έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια παραμένουν τα κατά το Σύνταγμα αρμόδια για να κρίνουν αν συγκεκριμένη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούμενου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα συνιστά στην πραγματικότητα σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, οι αποφάσεις τους δε εφόσον καταστούν τελεσίδικες δεσμεύουν απολύτως τη Διοίκηση και το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Λόγω όμως της μείζονος σπουδαιότητας του βήματος το Τμήμα αποφάσισε τελικά πριν εκφράσει την οριστική κρίση του να παραπέμψει το ζήτημα στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συμφωνά με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του π.δ. 774/1980. Ειδικότερα η Ολομέλεια ερωτάται, όπως το «ρώτημα διαμορφώθηκε από τov Πρόεδρό της, εάν είναι δεσμευτικές οι αποφάσεις των Τριμελών Συμβουλίων του ν. 3062/2002 που επιβάλλουν κυρώσεις στη Διοίκηση, λόγω μη συμμόρφωσης της σε δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέσα στα όρια της αντίστοιχης δικαιοδοσίας.   Στο ζήτημα αυτό η Ολομέλεια αποφάσισε ομόφωνα τα εξής:   1. Στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως; α) ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους καθώς και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό ... 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. ...». Σε εφαρμογή αυτών, το άρθρο 17 του π.δ. 774/1980 «Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου» (ΦΕΚ-Α', 189) ορίζει ότι, «1. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον. α) ... β) Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δι' ειδικών νόμων εις τον έλεγχο αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι υπάρχει δια ταύτας νομίμως κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν οι διατάξεις του κωδικός «περί δημοσίου λογιστικού» και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως ... 3. Κατά τov υπό του Συνεδρίου ασκούμενο έλεγχον επιτρέπεται, η εξέτασις και των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, επιφυλασσομένων των περί δεδικασμένου διατάξεων. ... ».   2. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του άρθρου 95 του Συντάγματος «5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις διχαστικές αποφάσεις Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάδε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Σε εκτέλεση αυτών, στο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκηση...; προς τις δικαστικές αποφάσεις ... και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ.-Α', 274) ορίζονται τα εξής: Αρθρο 1: «Το Δημόσιο» οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης ... έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται ... προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις ... είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά ... τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. ...». Αρθρο 2: «Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α) ... γ) του Αρείου Πάγου, αν πρόκειται για αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όλων των βαθμίδων ...». Αρθρο 3: «1. Το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο, εάν μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου διαπιστώσει καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, καλεί την αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση να εκθέσει ... τις απόψεις της ... Ακολούθως, αν ..., διαγνώσει ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία ... 3. Αν η αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο ... προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση. ... 4. Η απόφοιτη του τριμελούς συμβουλίου με την οποία προσδιορίζεται, το χρηματικό ποσό ... εκτελείται κατά τις οικείες περί εντάλματος πληρωμής διατάξεις. Η είσπραξη του ποσού αυτού μπορεί να επιτευχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση κατά το άρθρο 4. ... 8. Mε προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα που αφορά ... τον τρόπο και τη διαδικασία διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης της διοίκησης, καθώς και της επιβολής και είσπραξης του χρηματικού ποσού». Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, εκδόθηκε το π.δ. 61/2004 «Διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις» (Φ.Ε.Κ. - Α', 54), το οποίο στο άρθρο 3 ορίζει, ότι, «1. ... 3. Αν η υπόχρεη αρχή δεν συμμορφωθεί προς τη δικαστική απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το συμβούλιο εκδίδει απόφαση, με την οποία βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση και προσδιορίζει το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3068/2002» και στο άρθρο 8 ότι: «1. ... 5. Κατά την έκδοση, θεώρηση και, εξόφληση του χρηματικού εντάλματος για την πληρωμή του ποσού, που καθορίζεται από το συμβούλιο δεν ελέγχεται η νομιμότητα της κρίσης του συμβουλίου που περιέχεται στην απόφαση. ...».   3. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξετάζει τη νομιμότητα και κανονικότητά τους, δικαιούμενο να εξετάζει παρεμπιπτόντως τόσο τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων στις οποίες οι εν λόγω δαπάνες στηρίζονται, όπως επίσης και το υπαρκτό, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της απαίτησης, σε εξόφληση της οποίας οι δαπάνες αυτές εντέλλονται. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση διενεργείας του παρεμπίπτοντος αυτού ελέγχου είναι ότι για τα ζητήματα αυτά δεν υφίσταται ήδη δεδικασμένο. Σε περίπτωση συνδρομής δεδικασμένου έχει προηγηθεί αυθεντική διάγνωση για πι νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης, στην οποία στηρίζεται η εντελλόμενη δαπάνη και το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται απόλυτα από την κρίση αυτή, αφού διαφορετικά η παρεμπίπτουσα έρευνα της ορθότητας ή μη των τελεσίδικων αποφάσεων, που εκδίδονται από τα κατά δικαιοδοσία αρμόδια δικαστήρια, οδηγεί σε κατάλυση της ισχύος του δεδικασμένου (ΕΣ Πράξεις Ι Τμ. 92, 33, 1/2008). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται και υποχρεούται σε θεώρηση του αντίστοιχου χρηματικού εντάλματος, όταν η απαίτηση στην οποία αφορά η ελεγχόμενη δαπάνη στηρίζεται σε απόφαση του αρμοδίου Τριμελούς Συμβουλίου, με την οποία επιβάλλεται κύρωση σε βάρος της Διοίκησης λόγω μη συμμόρφωσης της προς τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που έχει εκδοθεί μέσα στα όρια της αντίστοιχης δικαιοδοσίας. Η εν λόγω απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου συνιστά απρόσβλητη δικαστική πράξη κυρωτικού χαρακτήρα, η οποία ερείδεται σε τελεσίδικη δικαστική απόφαση και αποσκοπεί, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 95 παρ. 5, στην εκτέλεσή της. Η ίδια απόφαση του ανωτέρω Συμβουλίου αποτελεί επίσης και ειδικό εκτελεστό τίτλο (άρθρο 3 παρ. 4 εδ. β' του ν. 3068/2002) και η δυνατότητα παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας της κρίσης αυτού αποκλείεται ρητά και κατηγορηματικά από το άρθρο 8 παρ. 5 του π.δ. 61/2004.   4. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος, υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια, λόγω της φύσης τους ως ιδιωτικών διαφορών, διαφορές που έχουν ως αντικείμενο το είδος και το χαρακτήρα των, ιδιωτικού δικαίου, συμβατικών εργασιακών σχέσεων των απασχολούμενων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, Ενόψει αυτού, τελεσίδικες αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, που αποφαίνονται για το αν συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας απασχολούμενων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εκδόθηκαν μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους και ως εκ τούτου παράγουν δεδικασμένο και εκτελεστότητα, υποχρεώνουν τη Διοίκηση σε συμμόρφωση και δεσμεύουν το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην προηγούμενη σκέψη, και οι αποφάσεις του αρμόδιου Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, που επιβάλλουν κερώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, είναι ομοίως υποχρεωτικές και απόλυτα δεσμευτικές για το Ελεγκτικό Συνέδριο, αποτελούν δε αυτές πλήρες και νόμιμο δικαιολογητικό για την εκταμίευση του ποσού της κύρωσης και τη θεώρηση των αντίστοιχων χρηματικών ενταλμάτων.   5. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη υπόθεση να αναπεμφθεί στο αρμόδια Ι Τμήμα για την περαιτέρω εξέτασή της, σύμφωνα με τη άρθρο 21 παρ. 1 του π.δ. 774/1980.   6. Μετά τo τέλος της συνεδρίασης συντάχθηκε το παρόν πρακτικό, το οποίο, αφού θεωρήθηκε και εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο, υπογράφεται από τον ίδιο και τη Γραμματέα. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ                                                                                                     ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ Για την ακρίβειαΗ ΓραμματέαςΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ   
 
Χρέη προς το δημόσιο - Προσωπική κράτηση - Προστασία της αξίας του ανθρώπου - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης -. PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 21 Μάρτιος 2010 16:12
ΑΕΔ 1/2010 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Χρέη προς το δημόσιο - Προσωπική κράτηση - Προστασία της αξίας του ανθρώπου - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης -.  Αίρεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 1/2009 του Αρείου Πάγου και 250 και 251/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας περί την ουσιαστική συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 1 και επόμενα του ν. 1867/1989, όπως τροποποιήθηκαν με τους ν. 2065/1992 και 2214/1994, που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο και γίνεται δεκτό ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (Ειδικότερη γνώμη - Αντίθετη μειοψηφία). ΚΕΙΜΕΝΟ Αριθμός 1/2010Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)    Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο, Παναγιώτη Πικραμμένο, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιωάννη Καραβοκύρη, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένου του Προέδρου και του αρχαιοτέρου του Αντιπροέδρου), Χρίστο Ράμμο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Ιωάννη Μαντζουράνη-Εισηγητή, Συμβούλους της Επικρατείας, Χρήστο Αλεξόπουλο, αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος τακτικού), Βασίλειο Λυκούδη, αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος τακτικού), Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες, Βασίλειο Γρατσία, Σύμβουλο της Επικρατείας, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτη, Νικόλαο Νίκα, Κωνσταντίνο Φινοκαλιώτη, Καθηγητές Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως μέλη και τη Γραμματέα Μηλιά Αθανασοπούλου, Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου.   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 18η Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των:   ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους: 1)Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Προϊστάμενο της Β' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, το οποίο παρέστη με την Στυλιανή Χαριτάκη, Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.   ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ..., κατοίκου Κέρκυρας ο οποίος δεν παρέστη.   Η παραπάνω υπόθεση εισήχθη στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ύστερα από την υπ' αριθμ. 1/2009 παραπεμπτική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (αριθμ. καταθέσεως 65/4-3-2009).   Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Ιωάννη Μαντζουράνη, Συμβούλου της Επικρατείας.   Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τις προτάσεις της.    Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα   Σκέφθηκε κατά νόμο.    1. Επειδή, με την 1/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε προς άρσιν στο Ανώτατο Ειδικό, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε' του Συντάγματος και 6 περ. ε' και 48 παρ. 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ. (ν. 345/1976, Α' 141) η αμφισβήτηση που ανέκυψε ως προς την συνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 1867/1989 που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, λόγω αντίθεσης της ως άνω αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκαν οι διατάξεις αυτές σύμφωνες προς το Σύνταγμα, προς τις 250 και 251/2008 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες οι ίδιες διατάξεις κρίθηκαν αντισυνταγματικές.   2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με τις δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 παρ. 2, 49 παρ. 2 και 50 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ. και, συνεπώς, η κρινόμενη υπόθεση παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.   3. Επειδή, ο Ν. 1867/1989 «προσωπική κράτηση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και άλλες διατάξεις» (φ. 227), όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε τα ακόλουθα: «Αρθρο 1. Η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων που αποφασίζεται με διοικητική πράξη, καταργείται. 2. Από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτού του νόμου η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων, διατάσσεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Αρθρον 2. 1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται εφ' όσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) Πρόκειται για έσοδο που εισπράττεται κατ' εφαρμογή του ν.δ. 356/1974 «περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων». β) πρόκειται για χρέη που απορρέουν είτε από επιχορήσεις κατά την εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων αναπτυξιακών νόμων είτε από σύμβαση δανείου είτε από την επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής για πράξεις ή παραλείψεις που είναι κολάσιμες και ποινικώς, ή, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για χρέη, η μη καταβολή των οποίων εκ μέρους του οφειλέτη συνιστά ποινικώς κολάσιμη πράξη κατά τις κείμενες διατάξεις ... 2. Η προσωπική κράτηση διατάσσεται πάντοτε αυτοτελώς, κατά τις διατάξεις του επόμενου άρθρου, από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση: α) Του αρμόδιου για την είσπραξη του σχετικού εσόδου προϊσταμένου δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή προϊσταμένου του τελωνείου, όταν πρόκειται για χρέη προς το Δημόσιο. β) του κατά τις κείμενες διατάξεις οργάνου διοίκηση του νομικού προσώπου, όταν πρόκειται για απαιτήσεις νομικών προσώπων, οι οποίες εισπράττονται σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 «περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων». 3. Η κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αίτηση πρέπει, με την ποινή του απαραδέκτου, να υποβληθεί ένα τουλάχιστον μήνα μετά την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης προς τον οφειλέτη και να συνοδεύεται από αντίγραφο της ατομικής ειδοποίησης, στην οποία περιέχονται οπωσδήποτε τα στοιχεία του οφειλέτη και του χρέους του. Αρθρο 3. 1α. Την προσωπική κράτηση, της οποίας η διάρκεια δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος, διατάσσει με απόφασή του το αρμόδιο σύμφωνα με την περίπτωση β' δικαστήριο. Αλλη αίτηση προσωπικής  κράτησης για το ίδιο χρέος δεν μπορεί να υποβληθεί. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνον εφόσον συντρέχουν εκ νέου οι σχετικές προϋποθέσεις και μόνο μετά την παρέλευση έξη μηνών από την εκτέλεση της προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου και την απόλυση του κρατουμένου. β. Η  αίτηση για προσωπική κράτηση δικάζεται, αν ο νόμιμος τίτλος αποδεικνύει απαίτηση δημόσιου χαρακτήρα, από τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο ή, αν ο νόμιμος τίτλος αποδεικνύει απαίτηση ιδιωτικού χαρακτήρα, από το μονομελές πολιτικό πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα της η αρχή η οποία, είναι κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου, αρμόδια για να την υποβάλει. 2. Το διοικητικό δικαστήριο δικάζει κατά την διαδικασία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 73 του Κ.Ε.Δ.Ε. και το πολιτικό δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία. 3. Στις περιπτώσεις όπου οι κείμενες διατάξεις τάσσουν προθεσμία, μέσα στην οποία είναι δυνατή η δικαστική αμφισβήτηση του νόμιμου τίτλου, η απόφαση για προσωπική κράτηση δεν μπορεί να εκτελεσθεί πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή ή πριν εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εκτός αν η δικαστική απόφαση που εκδίδεται σε πρώτο βαθμό είναι, κατά νόμο, εκτελεστή. 4. Αν εκκρεμεί σε άλλο δικαστήριο δίκη ως προς το κύρος του νόμιμου τίτλου, αντίγραφο της αίτησης για προσωπική κράτηση είναι δυνατόν να διαβιβασθεί, με την επιμέλεια οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, στο δικαστήριο αυτό. Η διαβίβαση αυτή ισοδυναμεί με αίτηση προτίμησης, η οποία γίνεται υποχρεωτικώς δεκτή. 5. Το αρμόδιο κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 δικαστήριο αποφασίζει την προσωπική κράτηση αν κρίνει ότι το μέτρο αυτό είναι, ιδίως εν όψει του ύψους του χρέους αναγκαίο και πρόσφορο για την εξόφληση του χρέους, καθώς και ότι η λήψη του μέτρου αυτού είναι το μόνο μέσο, κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου προβλεπομένου από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικού μέτρου είσπραξης δημόσιων εσόδων, ικανοποίησης της σχετικής απαίτησης. Το δικαστήριο κρίνει με βάση οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα επιτρέπει ο νόμος και αν ακόμα δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Αρθρο 4. 1. Προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται: α) κατά των ανηλίκων που τελούν υπό γονική μέριμνα ή υπό επιτροπεία και κατά των απαγορευμένων με δικαστική απόφαση, β) κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της, γ) κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, δ) κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας, ε) κατά των στρατευμένων, κατά τη διάρκεια της στράτευσής τους, 30 ημέρες πριν από αυτήν και έξι μήνες μετά από αυτή, στ) κατά των προσώπων που τελούν σε πτώχευση και για όσο χρόνο διαρκούν οι εργασίες της πτώχευσης, ζ) κατά των εξ απογραφής κληρονόμων για χρέη της κληρονομιάς, η) κατά των πολυτέκνων που έχουν την επιμέλεια ή την υποχρέωση διατροφής των παιδιών τους, θ) κατά των κάθε είδους εκπροσώπων ανώνυμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, για χρέη των εταιρειών αυτών, ι) κατά των προσώπων που έχουν συμβληθεί ως εγγυητές ανεξάρτητα από το αν έχουν διατηρήσει το ευεργέτημα δίζησης ή όχι. 2. Αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις διατάξεις της περίπτ. η' της προηγούμενης παραγράφου, η προσωπική κράτηση για τα χρέη τους διατάσσεται κατά των εκπροσώπων τους. 3. Αν πρόκειται για πρόσωπα που τελούν υπό επιμέλεια, η προσωπική κράτηση για χρέη τους διατάσσεται κατά των νόμιμων αντιπροσώπων τους. Αρθρο 5. 1. Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο αφότου η δικαστική απόφαση που τη διατάσσει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε. Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν τρεις ημέρες αφότου η απόφαση του επιδόθηκε. 2. Όποιος καταδικάστηκε σε προσωπική κράτηση συλλαμβάνεται από το δικαστικό επιμελητή, πάντοτε μπροστά σε μάρτυρα που προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτόν, και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η σύλληψη απαγορεύεται: α) μεταξύ της 7ης εσπερινής και της 7ης πρωινής ώρας, β) κατά τις εθνικές επετείους, κατά το από 23 Δεκεμβρίου έως και 2 Ιανουαρίου χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας επί βουλευτικών, δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, οκτώ ημέρες πριν από την έναρξη αυτών και πέντε ημέρες μετά τη λήξη τους και κατά τη διάρκεια των εβδομάδων των Παθών και του Πάσχα, γ) στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και όσο διαρκεί η συνεδρίαση, δ) σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία, ε) από 1 έως 31 Αυγούστου». Στα επόμενα άρθρα ρυθμίζονται θέματα όπως η διαδικασία αντιρρήσεων (άρθρο 6), η απόλυση κρατουμένων (άρθρο 7), η κράτηση σε άλλο χώρο (άρθρο 8) και τα ένδικα βοηθήματα (άρθρο 9), ενώ στις τελικές και μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 10) ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που είναι αντίθετη προς τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου, καταργείται. 2. Όσοι κατά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτού του νόμου κρατούνται κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 63 επ. του ν.δ. 356/1974 «περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων» απολύονται αυθημερόν με επιμέλεια του διευθυντή της φυλακής. Όσοι παραβαίνουν τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, εκτός από την προσωπική αστική και πειθαρχική ευθύνη, υπέχουν και ποινική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. 3. Μετά την απόλυση των κρατουμένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατή η κατά τις διατάξεις αυτού του νόμου εκ νέου κίνηση της διαδικασίας προσωπικής κράτησης για το χρέος ή τα χρέη, για τα οποία είχε ήδη διαταχθεί η προσωπική τους κράτηση. Στην περίπτωση αυτή συνυπολογίζεται, κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί, ο προηγούμενος χρόνος κράτησης». Στη συνέχεια, με το άρθρο 46 του ν. 2065/1992 (φ. 113), όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 33 του ν. 2214/1994 φ. 75 (το οποίο καταλαμβάνει, κατ' άρθρο 66 του νόμου αυτού, και την κρινόμενη υπόθεση), ορίσθηκαν τα εξής : «1. Για τα ληξιπρόθεσμα προς το Δημόσιο χρέη, που βεβαιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α') καθώς και για τα ληξιπρόθεσμα προς το Ι.Κ.Α.  χρέη, εκτός των φόρων μεταβίβασης ακινήτων, δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1867/1989 (ΦΕΚ 227 Α') με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις: α) Η αίτηση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. για τα παραπάνω χρέη εκδικάζεται από τον πρόεδρο του οικείου διοικητικού πρωτοδικείου, σύμφωνα με τη διαδικασία «περί ασφαλιστικών μέτρων» (άρθρα 868 και επόμενα του Κ.Πολ.Δ.). Η προθεσμία προς άσκηση έφεσης, καθώς και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. β) Εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο οικείο βιβλίο της γραμματεία του Δικαστηρίου, η απόφαση διαβιβάζεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο αστυνομικό τμήμα της κατοικίας ή διαμονής του οφειλέτη προς εκτέλεση. γ) Τα άρθρα 2 παράγραφοι 1 και 3, 3 παράγραφοι 3, 4 και 5, 4 παράγραφος 1 περιπτώσεις γ, θ και ι, 5 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο πρώτο, 7 παράγραφος 1 περίπτωση γ, 9 και 12 του ν. 1867/1989 δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω. δ) Η προσωπική κράτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου διατάσσεται για συνολικές οφειλές πάνω από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. 2. Η διαδικασία για την επιβολή του μέτρου της προσωπικής κράτησης αναστέλλεται η διακόπτεται στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει και προβάλλει ανταπαίτηση ίση ή ανώτερη του οφειλόμενου ποσού κατά του Δημοσίου, από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, έστω και αν αυτή δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και εφόσον αποδείξει με έγγραφα στοιχεία το υπαρκτό της ανταπαίτησης. Στις περιπτώσεις αυτές η υπηρεσία, η οποία είναι αρμόδια για την εκκαθάριση της ανταπαίτησης του οφειλέτη, υποχρεούται, ύστερα από σχετικό έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., να ενεργήσει εντός δύο (2) μηνών για την εκκαθάριση της ανταπαίτησης αυτής και την έκδοση του κατά περίπτωση απαιτούμενου νόμιμου τίτλου, αποστέλλουσα τα σχετικά στοιχεία στη Δ.Ο.Υ., στην οποία εκκρεμεί η οφειλή προς το Δημόσιο, για την ενέργεια συμψηφισμού. 3. Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης επιτρέπονται μόνο για την περίπτωση εξόφλησης της οφειλής ή συμψηφισμού αυτής και εκδικάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επόμενα του Κ.Πολ.Δ. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και επί όλων των κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου βεβαιωμένων για είσπραξη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και του Ι.Κ.Α.    5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή από 1ης Οκτωβρίου 1992».   4. Επειδή, το αναγκαστικό μέτρο της προσωπικής κρατήσεως προς είσπραξη δημοσίων εσόδων θεσπίσθηκε το πρώτον με το β.δ/μα της 7 (19).2.1835 και διαμορφώθηκε με διαδοχικά νομοθετήματα (ν. ΥΛΣΤ'/1871, ν. 4845/1930 (ΝΕΔΕ), ν.δ. 356/1974 - ΚΕΔΕ -), επιβαλλόμενο υπό των αρμοδίων διοικητικών οργάνων κατά των οφειλετών αφ' ενός μεν του Δημοσίου, αφ' ετέρου δε των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) κατά περίπτωση. Ο θεσμός αναμορφώθηκε ριζικώς με τον ανωτέρω ν. 1867/1989 ο οποίος, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, επέτρεψε την επιβολή του μέτρου μόνο με δικαστική απόφαση, εκδιδόμενη κατόπιν αιτήσεως του αρμοδίου προς είσπραξη οργάνου του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., ερύθμισε δε τις ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις επιβολής αυτού κατά τρόπο ευνοϊκότερο για τον οφειλέτη, εν σχέσει με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Οι προϋποθέσεις αυτές τροποποιήθηκαν κατά τα ως άνω τόσον όσον αφορά στα ληξιπρόθεσμα προς το Δημόσιο, όσο και προς το ΙΚΑ χρέη με το άρθρο 46 του ν. 2065/1992, εν συνεχεία δε με τα άρθρα 33 του ν. 2214/1994 και 22 του ν. 2523/1997 (φ. 179). Επακολούθησε η θέση εν ισχύϊ του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, φ. 97) ο οποίος στο Πρώτο Τμήμα του Δευτέρου Μέρους του και υπό το Δεύτερο Τίτλο «Επιβολή Προσωπικής Κράτησης» (άρθρα 231-243) περιέλαβε νέα ρύθμιση του αναγκαστικού μέτρου της προσωπικής κρατήσεως κατά τρόπο εν πολλοίς ανάλογο με τις ρυθμίσεις του ν. 1867/1989, όπως αυτό ίσχυε προ των τροποποιήσεών του, με σημαντικές δηλαδή αποκλίσεις από τις ρυθμίσεις των νόμων 2065/92, 2214/94 και 2523/97 (βλ. και εισηγητική έκθεση του ΚΔΔ επί του άρθρου 231, η οποία αναφέρει ότι «αποδίδεται κατά βάση η έως τώρα ισχύουσα ρύθμιση»).   5. Επειδή, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως διαφέρει των γνησίων μέσων εκτελέσεως (κατάσχεση κ.λ.π.), τα οποία συνιστούν άμεση επέμβαση του Δημοσίου στην περιουσία του οφειλέτη προς είσπραξη του προς αυτό χρέους, διότι αποτελεί μέτρο καταναγκασμού όχι επί της περιουσίας, αλλά επ' αυτού τούτου του προσώπου του οφειλέτη, προκειμένου να εξαναγκασθεί αυτός στη διά παντός μέσου καταβολή του οφειλομένου χρέους. Τούτο όμως είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτο, ως  αντικείμενο στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι, κατά τα ανωτέρω άρθρα, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία. Και ναι μεν το Σύνταγμα ανέχεται τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η στέρηση αυτή είναι λογικώς αναγκαία για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου επιβάλλεται. Τέτοιοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογούντες την επιβολή των στερητικών της ελευθερίας ποινών είναι οι προβλεπόμενοι υπό του ποινικού δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται άλλωστε, το ποινικό αδίκημα της παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής των βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. (άρθρ. 25 ν. 1882/1990 - φ. 43 - όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, φ. 179). Είναι, όμως, όλων διάφορο το θέμα της στερήσεως της προσωπικής ελευθερίας, όχι ως ποινής για αποδοκιμαστέα κοινωνική συμπεριφορά, αλλ' ως διοικητικού μέτρου, αποβλέποντας στην άσκηση πιέσεως προς εξόφληση χρέους με χρήματα, τα οποία δεν έχει ή δεν δύναται το Δημόσιο να αποδείξει ότι έχει ο οφειλέτης. Υπό το πρίσμα τούτο, δεν υφίσταται καν θέμα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητος, διότι αυτή προϋποθέτει ότι τόσον ο σκοπός, όσον και τα χρησιμοποιούμενα προς επίτευξη αυτού μέσα είναι, κατ' αρχήν, θεμιτά, οπότε και ερευνάται, περαιτέρω, η μεταξύ των σχέση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το μέτρο, όμως, της προσωπικής κρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο απαγορεύεται, ως αντικείμενο στο Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ. 1), κατά τα προεκτεθέντα και, για τον λόγον αυτόν, οι διατάξεις των άρθρων 1 επόμ. του ν. 1867/1989, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 46 του ν. 2065/1992 και 33 του ν. 2214/1994, είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα. Κατά την ειδικότερη γνώμη του μέλους Γ. Παπαγεωργίου, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, όπως προβλέπεται από το ν. 1867/1989, όπως τροποποιήθηκε, ούτε αντίκειται καθ' εαυτό στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος, εφ' όσον, αφ' ενός μεν επιβάλλεται με δικαστική απόφαση κατόπιν διαπιστώσεως της συνδρομής των υπό του νόμου προβλεπομένων ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, αφ' ετέρου δε αποσκοπεί στην προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Πλην η επιβολή του μέτρου αυτού από τον νομοθέτη παραβιάζει την υπό του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητος, διότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, αποτελούσα το έσχατο μέτρο καταναγκασμού του προσώπου, προδήλως υπερακοντίζει, εν όψει της ρυθμίσεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (η οποία καθιερώνει την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο ως ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με φυλάκιση), τον επιδιωκόμενο σκοπό της αποτελεσματικής συμμορφώσεως του οφειλέτη προς τις έναντι του Δημοσίου οικονομικές του υποχρεώσεις. Υφίσταται δε ζήτημα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητος στην παρούσα υπόθεση, κατά την οποία ελέγχεται η συνταγματικότητα του μέτρου της προσωπικής κράτησης ως μέσου για την επιδίωξη του ανωτέρω δημοσίου σκοπού, ακριβώς διότι η κρίση περί της συνταγματικότητας του μέσου αυτού, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα δεν αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, συναρτάται απαραιτήτως με το ζήτημα αν το μέσο αυτό είναι πρόσφορο και απολύτως αναγκαίο για την επιδίωξη του θεμιτού ως άνω σκοπού. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και τα μέλη Χ. Αλεξόπουλος, Β. Λυκούδης, Α. Τσόλιας και Σπ. Μητσιάλης, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Οι ως άνω διατάξεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, εφ' όσον η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με την προσωπική κράτηση του οφειλέτη για χρέη προς το Δημόσιο προβλέπεται με νόμο, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος, ορίζονται τα εξής: « Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανείς δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνον όταν και όπως ορίζει ο νόμος». Και ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία, η οποία είναι απαραβίαστη, αλλά, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Συντάγματος, επιτρέπεται να ορίζονται με νόμο περιορισμοί στο εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν και στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσωπική κράτηση κατά τις διατάξεις του ν. 1867/1989 διατάσσεται από το δικαστήριο για χρέη προς το Δημόσιο, εφόσον το συνολικώς οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών ή το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου για παρακρατούμενος, επιρριπτόμενους φόρους και για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ή τα τελωνεία (άρθρο 22 παρ. 5-7 του ν. 2523/1997, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν. 2065/1992), και δεν απαγγέλλεται, μεταξύ άλλων κατηγοριών προσώπων, κατά ανηλίκων, κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, κατά κληρικών παντός βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας, κατά στρατευμένων, κατά τη διάρκεια της στράτευσής τους, τριάντα ημέρες πριν από αυτήν και έξι μήνες μετά από αυτήν, κατά των προσώπων που τελούν σε πτώχευση, κατά των πολυτέκνων που έχουν την επιμέλεια ή την υποχρέωση διατροφής των τέκνων τους, και κατά προσώπων που έχουν συμβληθεί ως εγγυητές ανεξάρτητα από το αν έχουν διατηρήσει το ευεργέτημα της διζήσεως ή όχι (άρθρο 4 παρ. 1 α', γ', δ', ε', στ', η' και ι' του ν. 1867/1989). Η προσωπική κράτηση, η διάρκεια της οποίας πάντως δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος και διατάσσεται μόνο μια φορά για συγκεκριμένο χρέος (άρθρο 3 παρ. 1α  ν. 1867/1989), διακόπτεται ύστερα από αίτηση του κρατουμένου και ο κρατούμενος απολύεται, αν καταβληθεί ή συμψηφιστεί το χρέος, για το οποίο επιβλήθηκε μαζί με τους τόκους, αναστέλλεται δε για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες αν αποσβεσθεί, κατά τ' ανωτέρω, τμήμα του χρέους (άρθρο 7 παρ. 1 και 3 ν. 1867/1989). Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την απόλυση του κρατουμένου οφειλέτη, αν είναι ασθενής και υπάρχει κίνδυνος, από την παράταση της κράτησης, για την υγεία του, καθώς και τη μετάβασή του στο εξωτερικό για λόγους υγείας (άρθρο 8 ν. 1867/1989). Περαιτέρω, το στερητικό της προσωπικής ελευθερίας μέτρο, δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης του ιδιαιτέρως σοβαρού δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος της είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, που αποτελεί μείζον και κρίσιμο ζήτημα για τη Χώρα, είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, την ικανοποίηση των αναγκών του Κράτους και της κοινωνίας. Χωρίς την αποτελεσματική είσπραξη των δημοσίων εσόδων, το Κράτος δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο σύγχρονο κοινωνικό του ρόλο με την πραγματοποίηση των αναγκαίων παροχών σε τομείς, όπως η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, η απασχόληση, αλλά ούτε και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς άλλα Κράτη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το μέτρο της προσωπικής κράτησης δεν παραβιάζει και την αρχή της αναλογικότητας, αφού, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1867/1989 και ειδικότερα από την παρ. 5 του άρθρου 3, επιβάλλεται να διασφαλίζεται από το δικαστήριο η τήρηση του προσήκοντος σε κάθε περίπτωση μέτρου, σε σχέση με το σκοπό για τον οποίο το μέτρο αυτό λαμβάνεται, και να σταθμίζονται οι συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ώστε να αποφασίζεται η προσωπική κράτηση όταν η λήψη του μέτρου αυτού είναι το μόνο μέσο, κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου προβλεπομένου από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικού μέτρου ικανοποίησης της σχετικής απαίτησης. Αν το μέτρο είναι μεν πρόσφορο, αλλά δεν είναι αναγκαίο, διότι λ.χ. επαρκούν στη συγκεκριμένη περίπτωση ηπιότερα μέτρα, τότε δεν επιτρέπεται να ληφθεί. Αν πάλι ο οφειλέτης τελεί αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής του, το μέτρο της προσωπικής κράτησης δεν επιβάλλεται, αφού θα ήταν απρόσφορο. Επίσης, οι διατάξεις του Ν. 1867/1989 δεν είναι αντίθετες προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι το μέτρο της προσωπικής κράτησης επιβάλλεται με δικαστική απόφαση,  κατόπιν διαπιστώσεως της συνδρομής των υπό του νόμου τασσομένων ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων από το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο ο οφειλέτης μπορεί να αναπτύξει τις απόψεις του και να προβάλει κάθε δικαίωμά του. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση για την εκπλήρωση απλής συμβατικής υποχρέωσης, και χωρίς τις προϋποθέσεις που τάσσονται από το ν. 1867/1989, προβλέπεται τόσο από το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, όσο και από το άρθρο 1 του 4ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με τα οποία ορίζεται, ως εξαίρεση από τον κανόνα του επιτρεπτού της προσωπικής κρατήσεως, ότι κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρεώση (Ολ. Α.Π. 23/2005). Σημειώνεται, ότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, ως μέτρο για την είσπραξη απαιτήσεων, προβλέπεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ. Συγκεκριμένα, το προαναφερόμενο μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στην ελευθερία και την ασφάλεια και ορίζει ότι «Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασία: α) ... β) εάν υπεβλήθη εις κανονικήν σύλληψιν και κράτησιν ... εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως ωρισμένης υπό του νόμου». Τέλος, δεν μπορεί, να γίνει λόγος για αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων του ν. 1867/1989, που προβλέπουν την προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, ως εκ του γεγονότος ότι ο νομοθέτης, αποβλέποντας στην πλέον αποτελεσματική αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της είσπραξης των δημοσίων εσόδων, χαρακτήρισε, με το άρθρο 25 του μεταγενέστερου μάλιστα ν. 1882/1990, τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης. Πράγματι, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας ή του κατοχυρούμενου από το άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δικαιώματος κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, από μόνη την παράλληλη ισχύ των ανωτέρω ρυθμίσεων, αφού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προσωπική κράτηση που ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν. 1867/1989 δεν συνιστά ποινή, αλλά μέσο εκτελέσεως, οι προϋποθέσεις επιβολής της προσωπικής κρατήσεως, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω, διαφέρουν από εκείνες της επιβολής της ποινής της φυλάκισης σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990. Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις στην περίπτωση κατά την οποία στο ίδιο πρόσωπο, για το ίδιο χρέος, απαγγελθεί προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως και ποινή φυλακίσεως και όχι με τη γενική πρόβλεψη της προσωπικής κρατήσεως ως μέσου εκτελέσεως για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι διατάξεις του ν. 1867/1989, που ρυθμίζουν την προσωπική κράτηση κατ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, δεν αντίκεινται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις.   6. Επειδή, κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να αρθεί η αμφισβήτηση που ανέκυψε επί του παραπεμφθέντος με την 1/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου ζήτημα υπέρ της γνώμης που υιοθετήθηκε με τις 250 και 251/2008 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.   7. Επειδή, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιβολής εξόδων της αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο διεξαχθείσας διαδικασίας, ούτε επιβολής δικαστικής δαπάνης.    Δια ταύτα    Αίρει την αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 1/2009 του Αρείου Πάγου και 250 και 251/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας περί την ουσιαστική συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 1 και επόμενα του ν. 1867/1989, όπως τροποποιήθηκαν με τους ν. 2065/1992 και 2214/1994, που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο.   Αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος.   Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009.    Και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 2010.   
 
Εκτέλεση διαταγής πληρωμής κατά Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 21 Φεβρουάριος 2010 16:11
ΑΠ 2347/2009 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Εκτέλεση διαταγής πληρωμής κατά Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ - Εξομοίωση των διαταγών πληρωμής με δικαστικές αποφάσεις - Δικαιοδοσία - Σύστημα διοικητικής επίλυσης διαφορών από την εκτέλεση δημόσιου έργου - Άρνηση πληρωμής της αμοιβής του αναδόχου -. Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και νπδδ, με τις οποίες επιδικάζονται χρηματικές απαιτήσεις εις βάρος τους. Στους τίτλους αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 627 επ. ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής όσο και ως προς την απαίτηση. Αντίθεση με διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ της νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 20 ν. 3301/2004 που αποκλείει την εκτέλεση εναντίον του Δημοσίου κλπ ορισμένων εκτελεστών τίτλων μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής και ως εκ τούτου είναι δυνατή, η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου. Καθιέρωση συστήματος διοικητικής επίλυσης των διαφορών από την εκτέλεση δημόσιου έργου επί ποινή απαραδέκτου. Πριν από την άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου, ο ανάδοχος του οποίου τα έννομα συμφέροντα προσβάλλονται με πράξεις της διευθύνουσας υπηρεσίας δικαιούται μέσα σε τακτή προθεσμία να ασκήσει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή και στη συνέχεια αίτηση θεραπείας. Όταν όμως δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τα συμφέροντα του αναδόχου πράξεως, αλλά αντίθετα περί πράξεως της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, όπως είναι η πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας περί εγκρίσεως του τελικού λογαριασμού, η οποία αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του, τότε και εφόσον η διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει τη σχετική απαίτησή του (πληρωμή της αμοιβής) δεν είναι αναγκαία η τήρηση της άνω διοικητικής προδικασίας και ο ανάδοχος μπορεί να ζητήσει ευθέως την καταβολή της αμοιβής του. ΚΕΙΜΕΝΟ    ΑΡΙΘΜΟΣ 2347/2009   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό Τμήμα    ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.    ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:   Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τα Βασίλειο Κωστόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..   Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΕΕ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκατάστατου των συμπραττόντων γραφείων μελετών α) μελετητικού γραφείου ...και β) της εταιρίας με την επωνυμία "Τεχνική ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..   Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1318/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4486/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 14-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.     ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ    Στο άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια, 4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει" Στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "5. Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης" Στο άρθρο 1 του ν.3068/2002 (ΦΕΚ α 274/14.11.2002), όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 20 του ν.3301/2004, που εκδόθηκε εις εκτέλεση του άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο ν. 3301/2004 με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του ν.3068/02 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ'- ζ' της παρ.2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 623 επ. του ιδίου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλό του, κυρώθηκε με τον ν.2462/1997, και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997 (Ανακοίνωση Υπ. Εξωτ. Φ.0546/62/Α1 /292/Μ.2870/7.5.1997), έχει δε υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 παρ.3 αυτού ορίζει ότι: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική... αρχή ... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ.1 εδ. α' του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί από ... δικαστήριο ... το οποίο θα αποφασίσει ... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974), καθώς και με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητά της.(Ολ. ΑΠ 21/2001) Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και νομικών ν.π.δ.δ., με τις οποίες επιδικάζονται εις βάρος τους χρηματικές απαιτήσεις, στους τίτλους δε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 627 επ. ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, οι οποίες ναι μεν εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθού, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφ' ενός μεν επιλύουν διαφορές, εφ' ετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής όσο και ως προς την απαίτηση. Παρέπεται, ότι η άνω νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 20 ν. 3301/2004, κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σ' αυτή εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ειρημένες διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμφώνων και ως εκ τούτου είναι δυνατή, η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου. (σχ. ΑΕΔ 18/2005). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να απορρίψει όπως και το πρωτοδικείο, τον λόγο ανακοπής κατά της 7313/2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πως η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε από τον άνω δικαστή καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, διότι η υποκείμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν σύμβαση δημοσίου έργου και οι εξ αυτής προκύπτουσες διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/84, όπως τροποποιήθηκαν με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 ν. 2940/01, καθιερώνεται, προ της ασκήσεως προσφυγής στο Διοικητικό Εφετείο, σύστημα διοικητικής επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση δημοσίου έργου, προβλέποντας ότι, κατά των πράξεων της διευθύνουσας υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομα συμφέροντα του αναδόχου, αυτός δικαιούται, μέσα σε τακτή προθεσμία, να ασκήσει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή, και στη συνέχεια αίτηση θεραπείας. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.8 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι " Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλομένων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει, όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί..", ενώ στο άρθρο 40 του Π.Δ. 609/1985 ορίζεται ότι "1. Η πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών που προβλέπει η παρ.8 του άρθρου 5 ν. 1418/84 ή της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εκτέλεση της εργολαβικής συμβάσεως γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις που συντάσσονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους 2...7. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ.8 του άρθρου 5 ν. 1418/84..... Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου...9.Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβαση" Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όπου εκδίδεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία πράξη βλαπτική για τα συμφέροντα του αναδόχου, αυτός υποχρεούται, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 12 και 13 του ν.1418/84 διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και κατόπιν να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο. Όταν όμως δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τα συμφέροντα του αναδόχου πράξεως, αλλά αντίθετα περί πράξεως της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, όπως είναι η πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας περί εγκρίσεως του τελικού λογαριασμού, η οποία αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του, τότε και εφόσον η διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει τη σχετική απαίτησή του (πληρωμή της αμοιβής) δεν είναι αναγκαία η τήρηση της άνω διοικητικής προδικασίας και ο ανάδοχος μπορεί να ζητήσει ευθέως την καταβολή της αμοιβής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι το ποσό των 62.731,33 ευρώ που διατάχθηκε το αναιρεσείον να πληρώσει στο αναιρεσίβλητο, ως υποκατάστατο των μελών του, αποτελούσε την αμοιβή αυτών (μελών), από σύμβαση δημόσιου έργου που είχε καταρτισθεί μεταξύ των ιδίων και του αναιρεσείοντος η οποία (αμοιβή) πιστοποιήθηκε και εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία και ότι, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο η τήρηση της ειρημένης διοικητικής διαδικασίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του παρόντος συλλογισμού, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ απορρέων δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.     ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ    Απορρίπτει την από 14-5-2007 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4486/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και    Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από τριακόσια (300) ευρώ.    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2009. 
 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 1 από 2

ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΗ