ΧΡΗΣΤΕΣ που συνδεθηκαν απο 21/02/2009

ONLINE ΧΡΗΣΤΕΣ

Συνδεδεμένοι επισκέπτες : 2   

Αναζητηση

Επίκαιρη Νομοθεσία


Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου. PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 30 Μάιος 2010 20:27

ΝΟΜΟΣ 3847  ΦΕΚ 67/Α/ 11.5.2010

 Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου. 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 Άρθρο Μόνο    1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου γενικά χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του και το συνολικό ποσό της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης δεν υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, το ύψος τους δε καθορίζεται ως εξής:α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, τετρακόσια (400) ευρώ.β) Το επίδομα εορτών Πάσχα, διακόσια (200) ευρώ.γ) Το επίδομα αδείας, διακόσια (200) ευρώ.Για τον προσδιορισμό του συνολικού ποσού της κα­ταβαλλόμενης σύνταξης του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης, καθώς και τα συγκαταβαλλόμενα με αυτή ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117/A'), του επιδόματος ανικανότητας και της προσωπικής και αμεταβίβαστης διαφοράς.    2. Από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στην προη­γούμενη παράγραφο εξαιρούνται όσοι εξ ιδίου δικαιώμα­τος δικαιούχοι λαμβάνουν πολεμική σύνταξη ή σύνταξη λόγω ανικανότητας ή συνταξιοδοτήθηκαν αναγκαστικά δυνάμει ειδικών διατάξεων ή αποστρατεύτηκαν με πρω­τοβουλία της Υπηρεσίας ή λαμβάνουν σύνταξη με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων ή λαμβάνουν με τη σύνταξή τους επίδομα ανικανότητας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως εφόσον οι τελευταίοι:α) είναι δικαιούχοι λόγω θανάτου συζύγου, ήβ) δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος και αν σπουδάζουν, το 24ο έτος της ηλικίας τους,γ) είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστι­κού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%.    3. Αν καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο δύο κύριες συντάξεις από το Δημόσιο ή από το Δημόσιο και ασφα­λιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, τα επιδόματα της παραγράφου 1 καταβάλλονται μόνο από τον φορέα που καταβάλλει τη μεγαλύτερη σύνταξη.    4. Αν στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, το ποσό των επιδομάτων επιμερίζεται αναλόγως στα συνδικαιούχα πρόσωπα.    5.α. Τα επιδόματα της παραγράφου 1 δεν καταβάλλο­νται σε όσους δικαιούχους και βοηθηματούχους κατα­βάλλεται μειωμένη σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165/A'), 6 παρ. 9 του ν. 2227/1994 (ΦΕΚ 129/A') και 8 παρ. 14 του ν. 2592/ 1998 (ΦΕΚ 57/A').β. Εάν η καταβαλλόμενη σύνταξη με συνυπολογισμό των επιδομάτων της παραγράφου 1 υπολογιζόμενη σε δωδεκάμηνη βάση, υπερβαίνει κατά μήνα το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των δύο χι­λιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ με ανάλογη μείωσή τους.    6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθε­στώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των Ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδη­ροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276/Α').    7. Συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν θεμελιωθεί ή θεμελιώνονται μέχρι 31.12.2010 από τους τακτικούς υπαλλήλους και λειτουργούς, καθώς και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, που συνταξιοδοτούνται με βάση τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007, ΦΕΚ 210/Α') ή με διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν, καθώς και από τους ασφαλισμένους των πρώην Ειδικών Ταμεί­ων που έχουν ενταχθεί στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, δεν θίγονται από την παραμονή στην υπηρεσία μετά την ανωτέρω ημερομηνία και τυχόν συνταξιοδοτικές μεταβολές στη διάρκεια αυτής δεν επηρεάζουν τις προϋποθέσεις συ­νταξιοδότησης τους, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξής τους.    8. Όσοι από τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατι­ωτικών Συντάξεων ή με διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν, έχουν υποβάλλει αίτηση παραίτησης λόγω συνταξιοδότησης από 1.1.2010 και μετά, δύνανται να την ανακαλέσουν μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και να επανέλθουν στην υπηρεσία. Η αίτηση ανακαλείται ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, έστω και αν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης υπό τον όρο ότι δεν έχει εκδοθεί πράξη συνταξιοδότησης. Ο χρόνος από τη λύση της σχέσης αυτής μέχρι την επαναφορά τους στην υπηρεσία θεωρείται χρόνος πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσω­τερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη­σης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρα­γράφου αυτής.    9. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65/Α') αντί της λέξης «κύρωση» τίθενται οι λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους.»    10. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 6 αρχίζουν από 1ης Ιουνίου 2010 και των παραγράφων 7 έως και 9 από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Τελευταία Ενημέρωση ( Κυριακή, 30 Μάιος 2010 20:29 )
 
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΣΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Σάββατο, 27 Μάρτιος 2010 06:14
ΝΟΜΟΣ 3818/2010 - ΦΕΚ 18/Α'/16.2.2010Προστασία δασών και δασικών εκτάσεων του Νομού Αττικής, σύσταση Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπές διατάξεις. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ     Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΣΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ Αρθρο 1Αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και απαγόρευση εκτέλεσης εργασιών     1. Αναστέλλεται η έκδοση οικοδομικών αδειών και απαγορεύεται η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στα γήπεδα και οικόπεδα που βρίσκονται, εν όλω ή εν μέρει, μέσα στις περιοχές του Νομού Αττικής οι οποίες επλήγησαν από τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2009 και περιλαμβάνονται στο περίγραμμα του χάρτη, σε κλίμακα 1:50.000, των Δασαρχείων Πεντέλης και Καπανδριτίου, που δημοσιεύεται στο Παράρτημα Α' ως αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος νόμου.     2. Η αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και η απαγόρευση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών στις περιοχές της παραγράφου 1 ισχύουν:    α) για τις εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλεων και εκτός ορίων οριοθετημένων οικισμών μέχρι την κύρωση των δασικών χαρτών και    β) για τις εκτάσεις εντός σχεδίου πόλεων και ορίων οριοθετημένων οικισμών μέχρι την κήρυξη ως αναδασωτέων των δασών και δασικών εκτάσεων των περιοχών της προηγούμενης παραγράφου.     3. Οι πράξεις κήρυξης της αναδάσωσης και κύρωσης των δασικών χαρτών αναρτώνται και στο διαδικτυακό τόπο της Περιφέρειας Αττικής. Αρθρο 2 Εξαιρέσεις     1. Κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου επιτρέπεται:    α) η έκδοση οικοδομικών αδειών για ανέγερση ή επισκευή κτισμάτων τα οποία έχουν αναγερθεί με νόμιμη οικοδομική άδεια και καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν ζημιές αντιστοίχως από τις ως άνω πυρκαγιές,    β) η έκδοση οικοδομικών αδειών για την εκτέλεση των δημοσίων έργων και των έργων υποδομής για τα οποία έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.     2. Η έναρξη οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση κτισμάτων μέσα στο περίγραμμα των περιοχών της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος για τα οποία είχε εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια, επιτρέπεται μόνο μετά από βεβαίωση, και κατόπιν αυτοψίας, από την Ειδική Επιτροπή Ελέγχου του επόμενου εδαφίου, ότι η θέση του οικοπέδου ή γηπέδου και η τοποθέτηση του κτίσματος ταυτίζονται με τα αντίστοιχα στοιχεία της οικοδομικής άδειας. Οι Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου αποτελούνται από έναν υπάλληλο της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, έναν υπάλληλο του οικείου Πολεοδομικού Γραφείου και έναν υπάλληλο του Δασαρχείου της περιοχής και συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η βεβαίωση του πρώτου εδαφίου εκδίδεται από τις Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου εντός προθεσμίας δύο μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Αρθρο 3Γεωγραφικές συντεταγμένες γηπέδων και κτισμάτων     Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην αίτηση για την έκδοση άδειας οικοδομής και στην άδεια οικοδομής που εκδίδεται, σε οικόπεδα ή γήπεδα που βρίσκονται εν όλω ή εν μέρει μέσα στο περίγραμμα των περιοχών της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος, αναγράφονται υποχρεωτικά οι γεωγραφικές συντεταγμένες εξαρτημένες από το εθνικό τριγωνομετρικό δίκτυο του οικοπέδου ή γηπέδου, καθώς και του υπό ανέγερση κτίσματος ή της κατασκευής. Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τις εκτάσεις που αναφέρονται στα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής δύναται να επεκτείνεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου και σε περιοχές της χώρας εκτός του περιγράμματος της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Αρθρο 4Σύστημα τηλεπισκόπησης χαρτογράφησης     1. Η εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» θέτει σε λειτουργία, υπό την εποπτεία του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος που συγκροτήθηκε με το ν. 1647/1986 (ΦΕΚ 141 Α'), σύστημα τηλεπισκοπικής περιοδικής χαρτογράφησης του Νομού Αττικής και ενημερώνει μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε ημερολογιακού μήνα την Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων του άρθρου 7 για κάθε νέο κτίσμα που εντοπίζεται σε γήπεδο εκτός σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων οριοθετημένων οικισμών στις περιοχές του περιγράμματος της παραγράφου 1 του άρθρου 1, αναφέροντας υποχρεωτικά τις γεωγραφικές συντεταγμένες του κτίσματος.     2. Με απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη λειτουργία του ως άνω συστήματος. Αρθρο 5Επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών Νομού Αττικής     Στο ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α') «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» προστίθεται άρθρο 27Α, ως ακολούθως:    «Αρθρο 27Α Επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών Νομού Αττικής    Η κύρωση των δασικών χαρτών για το Νομό Αττικής γίνεται ως εξής:    1. Ο προσωρινός δασικός χάρτης θεωρείται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή του σε αυτήν και στη συνέχεια αναρτάται από υπάλληλο των υπηρεσιών της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α') σε εμφανή θέση στα γραφεία των Διευθύνσεων Δασών, της εταιρείας «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» ή του γραφείου κτηματογράφησης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού καταστήματος και στο οικείο Δασαρχείο. Εφόσον είναι τεχνικώς δυνατό, η ανάρτηση γίνεται και στο διαδίκτυο. Ανακοίνωση για την ανάρτηση του δασικού χάρτη δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας. Με τις ανακοινώσεις αυτές απευθύνεται δημόσια πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη και να υποβάλει κατ' αυτού τις αντιρρήσεις του, είτε αυτοπροσώπως είτε με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών που αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση. Οι προσωρινοί δασικοί χάρτες παραμένουν αναρτημένοι τουλάχιστον μέχρι τη λήξη των προθεσμιών.    2. Οι αντιρρήσεις αφορούν αποκλειστικά στην αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα των εμφανιζόμενων στο χάρτη δασικών εκτάσεων. Κατά τη διαδικασία των αντιρρήσεων δεν επιτρέπεται να τεθούν ή να προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θιγούν δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Οι αντιρρήσεις εξετάζονται μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τους από τριμελείς επιτροπές που συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, οι οποίες αποτελούνται από έναν συνταξιούχο δικαστικό λειτουργό, ως Πρόεδρο, από έναν δασολόγο και έναν τοπογράφο μηχανικό, υπαλλήλους της οικείας Περιφέρειας, ως μέλη. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας της επιτροπής. Η αποζημίωση των μελών της επιτροπής και του γραμματέα καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει.    3. Οι δασικοί χάρτες, μετά την τυχόν διόρθωσή τους, που διενεργείται από την εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» με βάση τις αποφάσεις των πιο πάνω τριμελών επιτροπών, θεωρούνται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών εντός είκοσι ημερών και ακολούθως κυρώνονται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την υποβολή τους σε αυτόν.    4. Μετά την κύρωσή του ο δασικός χάρτης καθίσταται οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Πάνω στους οριστικούς δασικούς χάρτες σημειώνονται οι περίμετροι όλων γενικά των δασικών εκτάσεων, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Αναμόρφωση κυρωμένου δασικού χάρτη με προσθήκη ή διαγραφή εκτάσεων είναι δυνατή εφόσον στηρίζεται σε διοικητικές πράξεις, που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, και κυρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που λαμβάνεται μετά από εισήγηση της οικείας Διεύθυνσης Δασών.    5. Οι περιοχές του Νομού Αττικής που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2009, εάν δεν έχουν κηρυχθεί υπό κτηματογράφηση, κηρύσσονται υποχρεωτικά μέσα σε ένα μήνα από την ισχύ του παρόντος νόμου υπό κτηματογράφηση. Η ανάθεση μελετών σύνταξης του οικείου δασικού χάρτη γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου και τις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ42 Α').    6. Μετά την κατάρτιση και κύρωση των δασικών χαρτών κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση και γενικά κάθε μεταβολή των εμπραγμάτων σχέσεων στις δασικές εν γένει εκτάσεις που περιέχονται σε αυτούς είναι άκυρη και ανίσχυρη, αν δεν συνοδεύεται από πιστοποιητικό της αρμόδιας υπηρεσίας της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του ν. 2664/1998, με το οποίο θα βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης, η ανυπαρξία δικαιωμάτων του Δημοσίου επ' αυτής και η αυτοτέλεια ή η νόμιμη κατάτμησή της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΣΥΣΤΑΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αρθρο 6Σύσταση Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας     1. Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Υ.Π.Ε.Κ.Α.) συνιστάται ενιαίος διοικητικός τομέας με τίτλο «Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Ε.Γ.ΕΠ.Ε.)» με αρμοδιότητα την επίβλεψη και το συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών, σε κεντρικό, περιφερειακό και νομαρχιακό επίπεδο και επίπεδο Ο.Τ.Α. με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας και τη συμμόρφωση προς τις οικείες διατάξεις.     2. Στην Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπάγονται:    α) Η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), που συστήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 (παράγραφοι Α. 1-11) του ν. 2947/2001 (ΦΕΚ 228 Α') και του π.δ. 165/2003 (ΦΕΚ 137 Α').    β) Το Αυτοτελές Συντονιστικό Γραφείο για την Πρόληψη και Αποκατάσταση των Περιβαλλοντικών Ζημιών (ΣΥΓΑΠΕΖ), το οποίο συστήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του π.δ. 148/2009 (ΦΕΚ 190 Α').    γ) Η Γνωμοδοτική Επιτροπή για την Πρόληψη και την Αποκατάσταση των Περιβαλλοντικών Ζημιών, εφεξής «Επιτροπή Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών» (ΕΑΠΕΖ), η οποία συστήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 του π.δ. 148/2009 για την υποστήριξη του έργου του ΣΥΓΑΠΕΖ.     3. Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής συνιστάται θέση μετακλητού ειδικού γραμματέα, ο οποίος προΐσταται της Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας με βαθμό 2ο της κατηγορίας των ειδικών θέσεων.     4. Στην Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπάγεται επίσης και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Ενέργειας (Ε.Υ.ΕΠ.ΕΝ.), η οποία συνιστάται με το παρόν και με αποστολή τον έλεγχο και την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων της εθνικής ενεργειακής πολιτικής για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση και της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α') «Μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων και άλλες διατάξεις».    Στις αρμοδιότητες της Ε.Υ.ΕΠ.ΕΝ. ανήκουν: α. Ο έλεγχος και η παρακολούθηση της διαδικασίας έκδοσης Πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, της επιθεώρησης λεβήτων και της επιθεώρησης εγκαταστάσεων κλιματισμού, όπως ορίζονται αντίστοιχα στα άρθρα 6, 7 και 8 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α'), ο έλεγχος και η παρακολούθηση του έργου των επιθεωρητών κτηρίων, επιθεωρητών λεβήτων και επιθεωρητών εγκαταστάσεων κλιματισμού, καθώς και η τήρηση σε ηλεκτρονική μορφή Αρχείου Επιθεωρήσεως Κτηρίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α').    β. Ο έλεγχος ποιότητας της διαδικασίας έκδοσης πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, από τους Ενεργειακούς Επιθεωρητές του άρθρου 9 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α').    γ. Η συλλογή, επεξεργασία και μελέτη των αποτελεσμάτων από τον έλεγχο των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης και της επιθεώρησης λεβήτων και εγκαταστάσεων κλιματισμού των άρθρων 6, 7 και 8 αντίστοιχα του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α'), με σκοπό τη διαπίστωση του βαθμού εφαρμογής των μέτρων για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας των κτηρίων και την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων της ενεργειακής πολιτικής για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση.     5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθορίζεται η συγκρότηση της Ε.Υ.ΕΠ.ΕΝ., η διοικητική και οργανωτική δομή αυτής και των τομέων της και οι θέσεις και τα προσόντα του προσωπικού κατά κατηγορία και ειδικότητα, η κάλυψη των οποίων μπορεί να προβλέπεται ότι διενεργείται και με αποσπάσεις από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με όμοιο διάταγμα ρυθμίζονται ο τρόπος διενέργειας των ελέγχων, τα πρόστιμα, οι λοιπές κυρώσεις και η διαδικασία επιβολής τους στους παραβάτες. Αρθρο 7 Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων     1. Συνιστάται Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων, ως Τμήμα της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι Α. 1-11 του ν. 2947/2001 (ΦΕΚ 228 Α') και του π.δ. 165/2003 (ΦΕΚ 137 Α'), υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π.. Η παραπάνω υπηρεσία είναι αρμόδια για τον εντοπισμό αυθαίρετων κατασκευών μέσα στις εκτάσεις των περιοχών του περιγράμματος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος και την εκτέλεση των πράξεων κατεδάφισης.     2. Η Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων ενημερώνεται από την εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» για κάθε νέο κτίσμα που εντοπίζεται στις περιοχές της παραγράφου 1 του άρθρου 1, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4, εντοπίζει τα αυθαίρετα κτίσματα και ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να προχωρήσουν άμεσα στην έκδοση των προβλεπόμενων πράξεων κατεδάφισης. Επίσης συντονίζει και παρακολουθεί το έργο τους και μπορεί να προβαίνει αυτεπάγγελτα και η ίδια στην εκτέλεση των εν γένει πράξεων κατεδάφισης που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Εκτός των υπηρεσιών του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού που διαθέτουν κατάλληλα προς κατεδάφιση μηχανικά μέσα και προβαίνουν σε κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων, μπορεί και η ίδια να αναθέτει την κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, μετά από σύναψη σχετικών συμβάσεων.     3. Η Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων έχει έδρα στην Αθήνα και στελεχώνεται αποκλειστικά με υπαλλήλους που αποσπώνται από το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος για μία τριετία, η οποία μπορεί να παρατείνεται, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, με απόφαση του οικείου Υπουργού και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από πρόταση του Ειδικού Γραμματέα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας.     4. Οι θέσεις του προσωπικού της Ειδικής Υπηρεσίας Κατεδαφίσεων είναι δώδεκα (12) και κατανέμονται ως εξής: Μία (1) θέση Προϊσταμένου του Τμήματος του κλάδου ΠΕ Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή/και Πολιτικών Μηχανικών με Α' βαθμό. Τέσσερις (4) θέσεις υπαλλήλων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, όπως ορίζεται στο π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α'), με τις παρακάτω ειδικότητες: Ένας (1) αρχιτέκτονας, δύο (2) πολιτικοί μηχανικοί, ένας (1) δασολόγος. Επτά (7) θέσεις τακτικού προσωπικού: α. Κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ): δύο (2) θέσεις κλάδου ΠΕ Διοικητικού, μία (1) θέση κλάδου ΠΕ οικονομολόγων, μία (1) θέση του κλάδου ΠΕ αρχιτεκτόνων - μηχανικών, δύο (2) θέσεις κλάδου ΠΕ πολιτικών μηχανικών, β. Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ): μία (1) θέση ΤΕ τεχνολογικών εφαρμογών.     5. Στους αποσπώμενους για τη στελέχωση της Ειδικής Υπηρεσίας Κατεδαφίσεων δύναται να καταβάλλεται ειδική πρόσθετη αμοιβή, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Αρθρο 8Κτηματογράφηση και σύνταξη δασικού χάρτη σε περίπτωση πυρκαγιάς     Στο ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α') «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» προστίθεται άρθρο 27Β, ως ακολούθως:     «Αρθρο 27Β    Επιτάχυνση της διαδικασίας κτηματογράφησης και κύρωσης δασικών χαρτών εκτός Νομού Αττικής    Οι περιοχές που πλήττονται από πυρκαγιά κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση μέσα σε ένα μήνα από την εκδήλωση της πυρκαγιάς, εφόσον δεν τελούν ή δεν έχουν κηρυχθεί υπό κτηματογράφηση. Η εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» αναθέτει χωρίς καθυστέρηση τη σύνταξη δασικού χάρτη της πληγείσας περιοχής κατά τις κείμενες διατάξεις.» Αρθρο 9 Κατάργηση διατάξεων     1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α'), καταργείται, πλην της περιπτώσεως υπό στοιχείο γ) η οποία διατηρείται σε ισχύ ως αυτοτελής παράγραφος 5. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, αναριθμούνται αντιστοίχως σε παραγράφους 3 και 4.     2. Η παράγραφος 15 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α') δεν εφαρμόζεται για τα πρωτόκολλα της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, τα οποία εκδίδονται το πρώτον μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.     3. Η παράγραφος 17 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α') καταργείται.     4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:    «Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, απεικονίζονται σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφικό ή χαρτογραφικό υλικό, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών, αποτελεί τον προσωρινό δασικό χάρτη.» Αρθρο 10     Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.     Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
 
Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 21 Μάρτιος 2010 16:05
ΝΟΜΟΣ 3833/2010 - ΦΕΚ 40/Α'/15.3.2010Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ    Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΤΟΥΣ 2010 Άρθρο 1Μείωση αποδοχών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα    1. Τα έξοδα παράστασης του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 565/1977 (ΦΕΚ 85 Α), καθώς και του Προέδρου της Κυβέρνησης, του Προέδρου της Βουλής, του Αντιπροέ­δρου της Κυβέρνησης, των Υπουργών και των Υφυπουρ­γών, όπως καθορίζονται με την αριθ. 70025/1929/5.6.1979 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που κυρώθηκε με το άρθρο 55 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α), μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).    2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ει­δική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλ­λήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδι­οίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).Τα επιδόματα των παραγράφων Α3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α), όπως ισχύουν, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα.Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλ­λογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.    3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις πα­ρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά:α) οικογενειακής παροχής [άρθρο 11 παρ. 1, 30 και 33 παρ. Α4, 35 παρ. Α5, 36 και 37 παρ. 2ε, 38 παρ. 3δ, 40, 41 και 42 παρ. 2δ, 44 παρ. Α5, 47 παρ. Α4, 49 παρ. 3ε, 51 παρ. Α2 του ν. 3205/2003, άρθρο 16 παρ. 2ε του ν. 3432/2006 (ΦΕΚ 14 Α'), άρθρο 12 παρ. 2ε του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278Α'), άρθρο 11 παρ. 2ε του ν. 3450/2006 (ΦΕΚ 64 Α'), άρθρο 26 παρ. 2ε του ν. 3585/2007 (ΦΕΚ 148 Α')],β) χρόνου υπηρεσίας (άρθρα 30 και 33 παρ. Α1, 35 παρ. Α1, 36 και 37 παρ. 2α, 38 παρ. 3α, 40, 41 και 42 παρ. 2α, 44 παρ. Α1, 47 παρ. Α1, 48 παρ. 2α, 49 παρ. 3α και 51 παρ. Α1 του ν. 3205/2003, άρθρο 16 παρ. 2α του ν. 3432/2006, άρθρο 12 παρ. 2α του ν. 3413/2005, άρθρο 11 παρ. 2α του ν. 3450/2006, άρθρο 26 παρ. 2α του ν. 3585/2007),γ) εφημεριών (άρθρο 45 του ν. 3205/2003),δ) ραδιενέργειας (άρθρο 8 παρ. Α16 και άρθρο 38 παρ. 3ε του ν. 3205/2003),ε) ειδικής απασχόλησης (άρθρο 8 παρ. Α6 περ. α' του ν. 3205/2003),στ) ειδικών συνθηκών εργασίας (άρθρο 8 παρ. Α11 του ν. 3205/2003),ζ) επικίνδυνης εργασίας [άρθρο 78 του ν. 3421/2005 (ΦΕΚ 302 Α')],η) καταδυτικού [άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 3511/2006 (ΦΕΚ 258 Α')],θ) αναπηρίας και κινδύνου [άρθρο 3 παρ. 2 του ν.2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α')],ι) μεταπτυχιακών σπουδών [άρθρο 8 παρ. Α1, άρθρο 30 παρ. 2, άρθρο 33 παρ. 2, άρθρο 35 παρ. 2, άρθρο 37 παρ. 10, άρθρο 39 παρ. 1 β, άρθρο 44 παρ. 2, άρθρο 47 παρ. 2, άρθρο 48 παρ. 2β, άρθρο 49 παρ. 3β του ν. 3205/2003, άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 3450/2006 (ΦΕΚ 64 Α), άρθρο 16 παρ. 8 του ν. 3432/2006 (ΦΕΚ 14 Α')],ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 8 παρ. Α2 του ν. 3205/2003) και αποφοίτων Εθνι­κής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης [άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117 Α)],ιβ) κινήτρου απόδοσης (άρθρο 12 παρ. 1 και 47 παρ. Α3 του ν. 3205/2003).    4. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι δια­τάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, τα επιδόματα που συν­δέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσι­ακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά επτά τοις εκατό (7%).    5. Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποι­αδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήπο­τε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδι­ωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή επι­χορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των πα­ραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης ερ­γασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.    6. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοι­κητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τα­κτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005.    7. Οι πάσης φύσεως αμοιβές, αποζημιώσεις και απο­λαβές των μελών των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των μελών Δ.Σ. των Ν.Π.Ι.Δ. επί των οποίων εφαρμόζονται οι παράγραφοι 5 και 6 του άρ­θρου αυτού, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή απόφασης οποιουδήποτε οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου.    8. Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κε­φάλαιο Β' του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες.    9. Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση που προ­βλέπεται στο άρθρο αυτό και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυ­τού παρακρατούνται από τη μισθοδοσία των επόμενων της ψήφισης του νόμου αυτού μηνών ως εξής:(α) για ποσά μέχρι εκατόν πενήντα ευρώ (150 €) εφά­παξ,(β) για ποσά μέχρι τριακόσια ευρώ (300 €) σε δύο μηνιαίες δόσεις,(γ) για ποσά μέχρι εξακόσια ευρώ (600 €) σε τέσσερις μηνιαίες δόσεις,(δ) για ποσά μέχρι χίλια ευρώ (1.000 €) σε έξι μηνιαίες δόσεις και(ε) για ποσά άνω των χιλίων ευρώ (1.000 €) σε οκτώ μηνιαίες δόσεις. Άρθρο 2Ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών    1. Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απα­γορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθο­ρίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις.    2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντι­προέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη δι­οικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επι­χορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των πα­ραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005.Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους.    3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται υπέρβα­ση του ορίου που καθορίζεται στην παράγραφο 1 μέχρι ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%), ανάλογα με τα ειδικά προσόντα ή τις ειδικές συνθήκες απασχόλησης, στον πρόεδρο και στον αντιπρόεδρο ανεξάρτητης διοικητι­κής αρχής, στον διοικητή και στον πρόεδρο Ν.Π.Δ.Δ. και μέχρι του διπλάσιου του ορίου της παραγράφου 1, στον πρόεδρο ή στον διευθύνοντα σύμβουλο Ν.Π.Ι.Δ..    4. Από το όριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 εξαι­ρούνται:α) οι δικαστικοί λειτουργοί και το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), για τους οποίους ως ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών, ορίζονται οι εκάστοτε αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου χωρίς οικογενειακή παροχή και β) οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., για τους οποίους ως όριο ορίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ 227 Α).    5. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου κα­ταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που κα­θορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που ορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους. Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των διατάξεων του άρθρου αυτού αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο. Άρθρο 3Εισοδηματική πολιτική έτους 2010    1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι 31.12.2010 απαγορεύεται η συνομολόγηση, καθώς και η χορήγηση ή η καταβολή, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο, αυξήσεων στις κάθε είδους, φύ­σεως και ονομασίας αποδοχές των λειτουργών, υπαλ­λήλων και εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο Δημόσιο εν γένει, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α., καθώς και τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και στις δημόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2, πέραν των συνολικών αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, όπως οι αποδοχές αυτές αναπροσαρμόζονται με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2.    2. Η απαγόρευση αυτή: (α) καλύπτει κάθε συνομολόγηση αυξήσεων που γίνεται με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητι­κής απόφασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, (β) ισχύει για όλους τους εργαζομένους χωρίς εξαίρεση, στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, που συνδέονται είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σύμβαση ή σχέ­ση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, (γ) καλύπτει κάθε είδους αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων, δηλαδή τους μισθούς, τα ημερομίσθια, τα ωρομίσθια, τα επιδόματα, τα βοηθήματα ή τις οποιεσδήποτε άλλες παροχές προς αυτούς (μπόνους κ.λπ.), κατά οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία επιχειρείται, είτε με αύξηση υφιστάμενων είτε με θέσπιση ή συνομολόγηση νέων τέτοιων αποδοχών ή παροχών.    3. Από τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρούνται μόνο οι ήδη προβλεπόμενες από νόμο, κα­νονιστική πράξη, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτη­τική απόφαση, καταστατικό ή κανονισμό εργασίας, αυ­ξήσεις αποδοχών που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή τη μισθολογική ή υπηρεσιακή εξέλιξη των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.    4. Πάσης φύσεως αποδοχές που καταβάλλονται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων αναζητού­νται υποχρεωτικώς. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού και ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων παύονται από τα καθήκοντά τους ο διοικητής ή πρόεδρος, ο διευ­θύνων σύμβουλος και τα μέλη του Δ.Σ. των φορέων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, οι οποίοι δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος.    5. Κάθε διάταξη νόμου και κάθε διάταξη, όρος ή ρή­τρα συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής από­φασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνία που αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος και των προηγούμενων άρθρων καταργούνται. Άρθρο 4Αναπροσαρμογή χρηματοδότησης ΟΑΠ-ΔΕΗ και ΤΑΠ-ΟΤΕ    Η κατά το έτος 2010 και εφεξής χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων ΟΑΠ-ΔΕΗ και ΤΑΠ-ΟΤΕ που προ­βλέπεται στο άρθρο 34 του ν. 2773/1999 (ΦΕΚ 286 Α) και 26 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 197 Α') δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το προβλεπόμενο στον προϋπολογισμό του έτους 2010 ποσό, μειωμένο κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).Τα διοικητικά συμβούλια των παραπάνω ασφαλιστικών ταμείων υποχρεούνται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού να προβούν με απόφασή τους, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών, σε αναπροσαρμογή των παροχών, ώστε να προκύπτει ισοσκελισμένος προϋπολογισμός.Αν τα Δ.Σ. δεν προβούν στην πιο πάνω ενέργεια, αναπροσαρμόζονται οι ασφαλιστικές παροχές των ταμείων αυτών με κοινή απόφαση των Υπουργών Ερ­γασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών. Άρθρο 5Έκτακτη οικονομική εισφορά στα φυσικά πρόσωπα με μεγάλο εισόδημα    1. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά ποσοστού ένα τοις εκατό (1%) επί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολο­γίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ' Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α).    2. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προ­σώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2010, εφόσον αυτό είναι εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000 €) και άνω.    3. Για την εξεύρεση του συνολικού εισοδήματος δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε..    4. Για τον υπολογισμό, τη βεβαίωση, τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, το χρόνο καταβολής της, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την έκτακτη εισφορά του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 (ΦΕΚ 68 Α').    5. α. Στο άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μετά τις λέξεις «και επανελέγχων» προστίθενται οι λέξεις «καθώς και για την έκδοση των καταλογιστικών πράξεων, τη βεβαίωση και την επιδίωξη είσπραξης των εσόδων».β. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του ν. 1914/1990, όπως τροποποιήθη­κε και ισχύει, οι λέξεις «οι οποίοι κατά τη διενέργεια του ελέγχου εξομοιούνται με τους προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. και των περιφερειακών διευθύνσεων του Σ.Δ.Ο.Ε. και έχουν τα αυτά δικαιώματα και υποχρεώσεις με αυ­τούς» αντικαθίστανται από τις λέξεις και προστίθεται εδάφιο ως εξής: «οι οποίοι κατά τη διάρκεια της το­ποθέτησης εξομοιούνται με τους προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. και των περιφερειακών διευθύνσεων της ΥΠ.Ε.Ε. για όλες τις αρμοδιότητες που αφορούν έλεγχο, επα­νέλεγχο, καταλογισμό, βεβαίωση και επιδίωξη της εί­σπραξης των εσόδων και έχουν τα αυτά δικαιώματα και υποχρεώσεις με αυτούς. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.» ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'ΜΕΙΩΣΗ ΟΡΙΩΝ ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ,ΔΑΠΑΝΩΝ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Άρθρο 6Μείωση ορίων υπερωριακής απασχόλησης    1. Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται ως εξής:    «Οι κατά τα ως άνω ώρες απογευματινής υπερωριακής εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις σαράντα (40) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο.»    2. Η περίπτωση α' και τα εδάφια πρώτο και δεύτερο της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται ως εξής:    «α. Εξήντα (60) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο των Γρα­φείων του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών, των Υφυπουργών, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, καθώς και των Γραφείων των Βουλευτών, των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβου­λίου, των Πολιτικών Κομμάτων και του Γραφείου Επι­τρόπου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για απογευματινή απασχόληση. Στην περίπτωση απασχόλησης κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και νυκτερινές ώρες, μπορεί να χορηγηθούν μέχρι τριάντα (30) ώρες για εξαιρέσιμες ημέρες και είκοσι (20) ώρες για νυκτερινή εργασία μέσα στο όριο των εξήντα (60) ωρών.β. Πενήντα (50) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο των Γρα­φείων των Γενικών Γραμματέων Υπουργείων, των Ειδι­κών Γραμματέων και των Διοικητών και των Υποδιοικη­τών των Ασφαλιστικών Οργανισμών, για απογευματινή απασχόληση. Στην περίπτωση απασχόλησης κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και νυκτερινές ώρες, μπορεί να χο­ρηγηθούν μέχρι είκοσι (20) ώρες για εξαιρέσιμες ημέρες και δεκαπέντε (15) ώρες για νυκτερινή εργασία μέσα στο όριο των πενήντα (50) ωρών.»    3. Όρια που έχουν καθορισθεί σε διαφορετικό ύψος από αυτά που προβλέπονται στις προηγούμενες παρα­γράφους αναπροσαρμόζονται στα όρια αυτά.    4. Οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 3207/2003 (ΦΕΚ 302 Α) και του άρθρου 17 παρ. 7 του ν. 3226/2004 (ΦΕΚ 24 Α) και οι κατ' εξουσιοδότησή τους εκδοθεί­σες αποφάσεις καταργούνται. Ο αριθμός των ωρών νυκτερινής, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών εργασίας για το προσωπικό που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις, καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, κατ' εξαίρεση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του άρθρου αυτού. Άρθρο 7Μείωση αμοιβών για συμμετοχή σε συλλογικά όργανα    Το άρθρο 17 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 17Αμοιβές συλλογικών οργάνων    1. Τα κάθε είδους μόνιμα ή προσωρινού χαρακτή­ρα συλλογικά όργανα (συμβούλια, επιτροπές, ομάδες εργασίας κ.λπ.) του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., τα οποία προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύ­ουσες διατάξεις ή συνιστώνται και συγκροτούνται με διοικητικές πράξεις λειτουργούν εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση στα μέλη τους. Κατ' εξαίρεση στους ιδιώτες - μέλη των ανωτέρω συλλογικών οργάνων καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση και μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις ετησί­ως. Οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α).    2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του συλλογικού οργάνου για την οικονομία της χώρας ή την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μέγεθος, τη σπουδαιότητα και τα στοιχεία του προϋπολογισμού τους, επιτρέπεται η λειτουργία τους εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόλη­ση και μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση κατά μήνα ή κατά συνεδρίαση με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού.Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατά μήνα, μεγαλύτερη από τετρακόσια (400) ευρώ για τον πρό­εδρο και τριακόσια (300) ευρώ για τα μέλη και τους γραμματείς.Η ανωτέρω μηνιαία αποζημίωση καταβάλλεται με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) τουλάχιστον συνεδριάσεις το μήνα. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα.    3. Σε ειδικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν είναι δυ­νατόν να χορηγηθεί αποζημίωση κατά μήνα, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορισθεί αποζημίωση ανά ώρα, έλεγχο ή αξιολογούμενο πρόγραμμα κ.λπ., ανάλογα με τις κατά περίπτωση προκύπτουσες ανάγκες. Το συνολικό μηνιαίο ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης απαγορεύεται να υπερβαίνει το όριο της κατά μήνα αποζημίωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 για τα μέλη συλλογικών οργάνων.    4. Το σύνολο των πρόσθετων μηνιαίων αμοιβών ή απολαβών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων νομικών προ­σώπων δημοσίου δικαίου από συμμετοχή σε μόνιμα ή προσωρινά συλλογικά όργανα των υπηρεσιών αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των συνολικών μηνιαίων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας των επιδομάτων του άρθρου 9 του ν. 3205/2003. Οι πάσης φύσεως αμοιβές υπολογίζονται κατά το μήνα πραγματοποίησης της αντίστοιχης εργασίας.    5. Από τις παραπάνω παραγράφους εξαιρούνται τα συλλογικά όργανα της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρ­νησης, των οποίων η αμοιβή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα της Κυβέρνησης.    6. Ειδικά για τους εκπαιδευτικούς και το λοιπό προσω­πικό που αποδεδειγμένα συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετά­σεις ιδιωτικών, Γενικών και Επαγγελματικών Λυκεί­ων (Ε.ΠΑ.Λ.) και Επαγγελματικών Σχολών (Ε.ΠΑΚ.) και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης καθορίζεται αποζημίωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παι­δείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων που αποδεδειγμένα συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες.    7. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 17 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) εξακολουθούν να ισχύουν.» Άρθρο 8 Λοιπές μισθολογικές ρυθμίσεις    1. Οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 8 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο, 30 και 33 παρ. Α7 του ν. 3205/2003 αναπροσαρμογές των εν λόγω επιδομάτων καταρ­γούνται και το ύψος αυτών καθορίζεται εφεξής στο διαμορφωμένο κατά την 31.12.2009.    2. Η μηνιαία αποζημίωση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 58 του ν. 1943/ 1991 (ΦΕΚ 50 Α) ορίζεται εφεξής στο ύψος που αυτή έχει διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009.    3. Αναστέλλεται η ισχύς των διατάξεων της παρ. 2, του άρθρου μόνου της αριθμ. 55682/10.9.2009 (ΦΕΚ 1967 Β) κοινής υπουργικής απόφασης, καθώς και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου μόνου της αριθμ. 2/9247/0022/28.5.2009 (ΦΕΚ 1125 Β) κοινής υπουργικής απόφασης μέχρι τις 31.12.2010 και ο χρόνος καταβολής των προβλεπόμενων προσαυξήσεων ανακαθορίζεται με αντίστοιχες κοινές υπουργικές αποφάσεις.    4. Το ειδικό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 49 παρ. 3, περίπτωση δ' του ν. 3205/2003, όπως αντικατα­στάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3676/2008 (ΦΕΚ 117 Α), καθορίζεται εφεξής στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.    5. Το επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 51 παρ. 10 του ν. 3205/2003, όπως προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3408/2005 (ΦΕΚ 272 Α) και τροποποιήθη­κε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ 80 Α) καθορίζεται εφεξής στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.    6. Το μηνιαίο επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 3172/2003 (ΦΕΚ 197 Α) καθορίζεται στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.    7. Τα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 139 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (ΦΕΚ 114 Α) και του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3146/2003 (ΦΕΚ 125 Α) υποχρεούνται να επιλέξουν είτε τις αποδοχές της οργανικής θέσης από την οποία προέρχονται είτε τα έξοδα παράστασης που δικαιούνται, μέσα σε αποκλει­στική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, η καταβολή των αποδοχών της οργανικής θέσης από την οποία προέρχονται διακόπτεται.    8. Στα επιδόματα και αποζημιώσεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται οι περικοπές των διατάξεων του άρθρου 1 του παρόντος. Άρθρο 9Δαπάνες μετακινήσεων    1. Το ανώτατο όριο των επιτρεπόμενων κατ' έτος και κατά μήνα ημερών εκτός έδρας της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α') καθορίζεται σε εξήντα (60) ημέρες. Η υπέρβαση του ανωτέρω ορίου που προ­βλέπεται από τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες κατ' έτος.    2. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2685/ 1999, του άρθρου 10 του π.δ. 200/1993 (ΦΕΚ 75 Α), του άρ­θρου 10 της αριθμ. 2/72000/0022/4.12.2001 κοινής υπουρ­γικής απόφασης (ΦΕΚ 1702 Β), καθώς και του άρθρου 10 της αριθμ. 2/66739/0022/19.10.2000 κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ 1394 Β) καταργούνται.    3. Το όριο των πεντακοσίων (500) χιλιομέτρων της πε­ρίπτωσης β' της παρ. 2Α του άρθρου 7 του ν. 2685/1999 μειώνεται σε τριακόσια (300) χιλιόμετρα μηνιαίως.    4. Τα όρια των εκατόν είκοσι (120) και ογδόντα (80) χιλιομέτρων της περίπτωσης α' της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν.2685/1999 αυξάνονται σε εκατόν εξήντα (160) και εκατόν είκοσι (120) χιλιόμετρα αντίστοιχα.    5. Οι προϋποθέσεις καταβολής των δαπανών που προ­βλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 2, 8 παράγραφοι 2 και 3 και 9 του ν. 2685/1999, καθώς και το ύψος αυτών καθορί­ζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες και τις διαμορφούμενες κάθε φορά συνθήκες.    6. Οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 2Γ περί­πτωση γ' και 3 του ν. 2685/1999, των άρθρων 7 παρά­γραφοι 7α, 7β ως προς τον καθορισμό του ύψους της εκτός έδρας αποζημίωσης και των εξόδων μετακίνησης και 17 παράγραφος 6 εδάφιο β' του ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α) καταργούνται και οι εκδοθείσες κατ' εξουσιο­δότηση των ανωτέρω διατάξεων κοινές υπουργικές αποφάσεις εξακολουθούν να ισχύουν έως την έκδοση της προβλεπόμενης από την προηγούμενη παράγραφο απόφασης.    7. Το όριο των τριάντα (30) χιλιομέτρων της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 2685/1999 αυξάνεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα.    8. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 2685/ 1999, όπως προστέθηκαν με τις όμοιες της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ 163 Α) καταργούνται.    9. Το όριο των πενήντα (50) χιλιομέτρων της περί­πτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2685/1999 αυξάνεται σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα. Το όριο των πενήντα (50) χιλιομέτρων των περιπτώσεων β' και γ' της ίδιας παραγράφου αυξάνεται σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα. Το όριο των εκατό (100) χιλιομέτρων της περίπτωσης δ' της ίδιας παραγράφου αυξάνεται σε εκατόν πενήντα (150) χιλιόμετρα.    10. Η παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2685/1999 αντικαθί­σταται ως εξής:    «2. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και για αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών αναγκών (φορολογικοί έλεγχοι, στελέχωση περιφερειακών αερολιμένων κατά τη θερινή περίοδο) μπορεί να κα­ταβάλλεται ημερήσια αποζημίωση, καθώς και δαπάνες διανυκτέρευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του παρόντος νόμου και για χρονικό διάστημα έως εβδομήντα (70) ημέρες συνολικά κατ' έτος για κάθε απόσπαση. Οι ημέρες αυτές καθορίζονται με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών.»    11. Το όριο των εκατό (100) χιλιομέτρων των παραγρά­φων 4 και 6 του άρθρου 14 του ν. 2685/1999 αυξάνεται σε εκατόν πενήντα (150) χιλιόμετρα.    12. Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 14 του ν. 2685/1999, διαγράφεται η φράση «και το τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού που προβλέπεται στις παραγράφους 4, 5 και 6 του παρόντος».    13. Στο άρθρο 17 του ν. 2685/1999 προστίθενται παρά­γραφοι 6 και 7, ως εξής:    «6. Το ποσοστό του επιδόματος αλλοδαπής των πα­ραγράφων 2 και 3 καταβάλλεται μειωμένο, κατά περί­πτωση, ως εξής:α) κατά είκοσι τοις εκατό (20%), αν παρέχεται δωρε­άν διανυκτέρευση από φορέα άλλον από εκείνον στον οποίον ανήκει ο μετακινούμενος,β) κατά τριάντα τοις εκατό (30%), σε περίπτωση που παρέχεται δωρεάν διανυκτέρευση και ημιδιατροφή από τον ως άνω φορέα,γ) κατά σαράντα τοις εκατό (40%), σε περίπτωση που παρέχεται δωρεάν διανυκτέρευση και πλήρης διατροφή από τον προαναφερόμενο φορέα,    7. Το ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής περικόπτεται κατά το ποσό της αποζημίωσης ή αμοιβής που τυχόν κατα­βάλλεται από οποιονδήποτε άλλον φορέα ή πηγή κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στην αλλοδαπή.»    14. Στην περίπτωση β' της παρ. 2Α του άρθρου 21 του ν. 2685/1999, διαγράφεται η φράση «και επιστροφής».    15. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ.1 του άρ­θρου 7 του π.δ. 200/1993 (ΦΕΚ 75 Α) απόσταση άνω των δεκαπέντε (15) χιλιομέτρων, καθώς και η προβλεπόμενη απόσταση άνω των σαράντα (40) χιλιόμετρων, σύμ­φωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 της αριθμ. 2/73099/0022/19.2.2008 (ΦΕΚ 344 Β) κοινής από­φασης των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται σε εξήντα (60) χιλιόμετρα ως προς την καταβολή της ημερήσιας αποζημίωσης.    16. Η παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 200/1993 αντικαθί­σταται ως εξής:    «1. Το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης για εκτέ­λεση υπηρεσίας εκτός έδρας καθορίζεται με τον ισχύοντα εκάστοτε νόμο περί κάλυψης δαπανών μετακινούμενων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικρά­τειας και αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.»    17. Το όριο των εκατόν είκοσι (120) ημερών του άρ­θρου 23 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ 263 Α) και της αριθμ. 2/14889/0022/2.5.2003 (ΦΕΚ 643 Β) απόφασης μειώνεται σε εξήντα (60) ημέρες. Το όριο των τριάντα (30) χιλιομέτρων της προηγούμενης απόφασης αυξάνεται σε εξήντα (60) χιλιόμετρα.    18. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 24 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α) τροποποιείται ως εξής:    «Για διανυκτερεύσεις που πραγματοποιούνται σε μετακινήσεις από εξήντα (60) χιλιόμετρα και άνω κατα­βάλλεται διπλάσια αποζημίωση από την προβλεπόμενη στην αριθμ. 2/14889/0022/2.5.2003 (ΦΕΚ 643 Β) απόφαση όπως ισχύει.»    19. Το άρθρο 1 του ν.δ. 1106/1972 (ΦΕΚ 17 Α), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 23/1973 (ΦΕΚ 131 Α), καταργείται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ Άρθρο 10Αναστολή προσλήψεων για το έτος 2010    1. Κατά τη διάρκεια του έτους 2010 δεν χορηγούνται εγκρίσεις της Τριμελούς Επιτροπής της παρ. 1 του άρ­θρου 2 της ΠΥΣ 33/2006 (ΦΕΚ 280 Α), όπως ισχύει, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων ή προσλήψε­ων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους φορείς του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ 234 Α). Για το ίδιο έτος, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, αναστέλλονται οι προσλήψεις και διορισμοί του ανωτέρω προσωπικού των φορέων αυτών. Εξαιρούνται οι τομείς: α) υγείας, προκειμένου για ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, β) παιδείας, προκειμένου για εκπαιδευτικό προσωπικό, γ) ασφάλειας, προκειμένου για ένστολο προσωπικό, κα­θώς και δ) ο υποχρεωτικός διορισμός των αποφοίτων της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και της Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ομοίως εξαιρείται το προσωπικό που προβλέπεται στις περιπτώσεις β' έως και κ της παρ. 1 του άρθρου 4 της ΠΥΣ 33/2006.    2. Οι επιτυχόντες σε διαδικασίες επιλογής τακτικού προσωπικού του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων για τους οποί­ους έχουν εκδοθεί οριστικά αποτελέσματα μέχρι την 31.12.2009, διορίζονται σταδιακά, βάσει σειράς επιτυχίας, με έναρξη το β' εξάμηνο του έτους 2010 και ο διορισμός όλων όσων περιλαμβάνονται στους οριστικούς πίνακες ολοκληρώνεται μέχρι την 31.12.2012.    3. Ο διορισμός των επιτυχόντων σε διαδικασίες επιλο­γής τακτικού προσωπικού του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων, οι οποίες προκηρύχθηκαν βάσει εγκριτικών αποφάσεων της Τριμελούς Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006, έτους 2009 ή και προγενέστερων ετών και για τους οποίους οι οριστικοί πίνακες αποτελεσμάτων θα εκδοθούν μετά την 1.1.2010, διενεργείται σταδιακά, βάσει σειράς επιτυ­χίας, εντός του έτους 2011 και ολοκληρώνεται, μέχρι την εξάντληση των περιλαμβανομένων στους οριστικούς πίνακες και πάντως όχι πέραν της 31.12.2013. Εγκριτικές αποφάσεις της Τριμελούς Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006, όπως ισχύει, που έχουν εκδοθεί μέχρι 31.12.2009 και για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές προκηρύξεις, παύουν να ισχύουν, με εξαίρεση όσες αφορούν προσω­πικό που υπάγεται στις ρυθμίσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.    4. Για το διορισμό των επιτυχόντων των παραγράφων 2 και 3 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3528/2007. Άρθρο 11 Περιορισμός προσλήψεων για τα έτη 2011 έως και 2013    1. Από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013, ο αριθμός των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών του μόνιμου προσωπικού και του προ­σωπικού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος συνολικά από το λόγο ένα προς πέντε (μία πρόσληψη ανά πέντε αποχωρήσεις), στο σύνολο των φορέων. Οι αποχωρήσεις υπολογίζονται την 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου έτους και αφορούν στο σύνολο του έτους αυτού. Στον υπολογισμό του αριθμού του προς πρόσληψη προσωπικού στο σύ­νολο των φορέων, συνυπολογίζεται και ο υποχρεωτικός διορισμός των αποφοίτων της Σχολής Δημόσιας Διοί­κησης και της Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ο υποχρεωτικός διορισμός που διενεργείται βάσει ειδικών διατάξεων.    2. Ειδικά για το εκπαιδευτικό προσωπικό, όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, τα Σώματα Ασφαλείας, το Λιμενικό Σώμα, καθώς και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του τομέα υγείας, ο λόγος αυτός ορίζεται σε ένα προς ένα (μία πρόσληψη ανά μία αποχώρηση).    3. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται: α) οι μετακλητοί υπάλληλοι, β) το μη πολιτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, γ) οι προσλήψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού νέων νοσηλευτικών μονάδων, δ) επιτυχό­ντες του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων, των παραγράφων 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου.    4. Αν για οποιαδήποτε αιτία το σύνολο των προσλή­ψεων είναι μικρότερο του λόγου ένα προς πέντε, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι υπολειπόμενες θέσεις διατηρούνται για πλήρωση σε επόμενο έτος.    5. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσλή­ψεις εγκρίνονται κατά περίπτωση από την Τετραμελή Επιτροπή της παρ. 1 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 33/2006, όπως ισχύει, με βάση τις προτεραιότητες και τις ανά­γκες, όπως προκύπτουν από τον ετήσιο προγραμματισμό προσλήψεων, στο σύνολο των φορέων του άρθρου 1 του ν. 3812/2009.    6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζονται οι προτεραιότητες και τα κριτήρια για την κατανομή του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου. Με απόφαση του Υπουρ­γού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Δια­κυβέρνησης κατανέμονται οι εγκριθείσες θέσεις ανά υπηρεσία και φορέα.    7. Εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργα­σίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμβάσεις μίσθωσης έργου για το έτος 2010 περιορίζονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2009. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για προσλήψεις προσωπικού ορισμένου χρόνου που γίνονται για κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.    8. Από τη δημοσίευση του παρόντος δεν επιτρέπεται η απόσπαση εκπαιδευτικού προσωπικού σε θέσεις χω­ρίς πλήρη εκπαιδευτικά και διδακτικά καθήκοντα. Με ευθύνη του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αποσπάσεις εκπαιδευτικών μειώνονται υποχρεωτικά κατά πενήντα τοις εκατό (50%), το αργό­τερο μέχρι τις 30 Αυγούστου 2010. Επίσης απαγορεύ­ονται στο σύνολό τους οι αποσπάσεις σε καθήκοντα διάφορα της ειδικότητάς τους του ιατρικού και νοση­λευτικού προσωπικού, του στρατιωτικού προσωπικού, καθώς και του προσωπικού των Σωμάτων Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του Λιμενικού Σώματος. Στο νοσηλευτικό προσωπικό συμπεριλαμβάνεται το τε­χνικό προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, καθώς και το προσωπικό του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοή­θειας (Ε.Κ.Α.Β.). Όλες οι υπάρχουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αποσπάσεις του προσωπικού αυ­τού ανακαλούνται με ευθύνη των καθ' ύλην αρμόδιων Υπουργών, μέχρι 30 Απριλίου 2010.    9. Οι κατά νόμο υποχρεωτικές μετατάξεις συνοδεύ­ονται με κατάργηση ή μεταφορά των αντίστοιχων ορ­γανικών θέσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ Φ.Π.Α. ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ - ΕΙΔΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΣΕ ΕΙΔΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ Άρθρο 12Αναπροσαρμογή Φ.Π.Α.    Τα πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α'), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «Ο συντελεστής του φόρου προστιθέμενης αξίας ορί­ζεται σε είκοσι ένα τοις εκατό (21%) στη φορολογητέα αξία.Κατ' εξαίρεση, για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος, ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%).» Άρθρο 13Ειδικός φόρος κατανάλωσης στα προϊόντα καπνού    1. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγρά­φου 1 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως ακολούθως:    «Στην τιμή αυτή ο συντελεστής του ειδικού φόρου κα­τανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ορίζεται σε ποσοστό 65% με ελάχι­στο ποσό είσπραξης τα 78 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.»    2. Οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «β) σε έναν αναλογικό φόρο ο συντελεστής του οποίου είναι 58,823 % και προκύπτει από το κλάσμα που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή του ειδικού φό­ρου κατανάλωσης επί την πλέον ζητούμενη τιμή μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την πλέον ζητούμενη τιμή. Ο αναλογικός συντελεστής 58,823% υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων. Στα τσιγάρα που πωλούνται σε τιμή μικρότερη από την τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών, το συνολικό ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α' και β' δεν μπορεί να είναι κατώτερο του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα τσιγάρα της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών.»    3. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α' και β' της παρα­γράφου 2 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001, όπως τροπο­ποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «α) Στα πούρα ή σιγαρίλλος σε ποσοστό 32% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.β) Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και στα άλλα καπνά για κάπνισμα, σε ποσοστό 67% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.» Άρθρο 14Ειδικός φόρος κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης    1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 81 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α'), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικα­θίσταται ως εξής:    «2. Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε χίλια οκτακόσια ογδόντα τέσσερα (1.884) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.»    2. Οι διατάξεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 81, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:    «Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης αι­θυλικής αλκοόλης, έναντι του ισχύοντος κανονικού συ­ντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη που προορίζεται για την παρασκευή ούζου ή που περιέχεται στο τσίπουρο και την τσικουδιά. Ο μειωμένος αυτός συντελεστής κα­θορίζεται σε εννιακόσια σαράντα δύο (942) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.»    3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 87 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθί­στανται ως εξής:    «2. Ο φόρος αυτός ορίζεται σε ένα ευρώ και ενενή­ντα έξι λεπτά (1,96) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.»    4. Οι διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της πα­ραγράφου 3 του άρθρου 87 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε ενε­νήντα οκτώ λεπτά (0,98 ευρώ) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.»    5. Το άρθρο 89 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 89Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης    Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα του προηγούμενου άρθρου ορίζεται σε εβδομήντα οκτώ (78) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορί­ζονται στις παραγράφους 6 και 7 του σημείου Β του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού (Ε.Κ.) της Επιτροπής 606/2009 193/24.7.2009) για τα οποία ο συντελεστής ορίζεται σε τριάντα εννέα (39) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.» Άρθρο 15Ειδικός φόρος κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων    1. Οι περιπτώσεις α' μέχρι και ιβ', καθώς και οι περι­πτώσεις κα' και κστ' του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α'), όπως τροπο­ποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως ακολούθως: 
ειδοσκωδικοσ συνδυασμενησ ονοματολογίας (σ.ο.)ποσο φορου σε ΕΥΡΩμοναδα ΕΠΙΒΟΛΗΣ
α) Βενζίνη με μόλυβδο27101151 και 271011596211.000 λίτρα
β) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο- με αριθμό οκτανίων μέχρι και 96,5- με αριθμό οκτανίων μεγαλύτερο των 96.527101141 και εχ27101145 εχ27101145 και 2710114s6101.000 λίτρα
γ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχοο βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 2710 11 51 και 2711 115927101141, 27101145 και 271011496101.000 λίτρα
δ) Βενζίνη αεροπλάνων271011316371 000 λίτρα
ε) Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων τύπου βενζίνας271011706371.000 λίτρα
στ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων27101941 27101945 και 271019 493821.000 λίτρα
ζ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης27101941 27101945 271019 493821.000 λίτρα
η) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ)2710 19 41 2710 19 45 και 271019 493621.000 λίτρα
θ) Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (fuel OIL-Μαζούτ)27101961 27101963 27101965 271019 69191.000 χιλιόγραμμα
ι) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων2710 19 21 και 271019 254101.000 λίτρα
ια) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης2710 19 21 και 271019 254101.000 λίτρα
ιβ) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις ι) και ια)2710 19 21 και 271019254101.000 λίτρα
κα) Ηλεκτρική ενέργεια2716  
- για επιχειρηματική χρήση 2,5MWh
- για μη επιχειρηματική χρήση 5MWn
κστ) Βιοντήζελ από μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων, όπως ορίζεται με την απόφαση Α.Χ.Σ. 334/2004, που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων, είτε αυτούσιο είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) της παραπάνω I περίπτωσης στ")3824 90 993821.000 λίτρα
    2. Η περίπτωση δ' του πίνακα της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 καταργείται.    3. Μετά την παράγραφο 7 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001 προστίθεται νέα παράγραφος 8, ως ακολούθως:    «8. Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης κα' του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2690/2001 ως «επιχειρηματική χρήση» νοείται η χρήση από μία επιχείρηση ικανή να λειτουργήσει αυτόνομα από οργανωτική άποψη, η οποία διενεργεί ανεξαρτήτως και οπουδήποτε την παροχή αγαθών και υπηρεσιών όποιος και να είναι ο σκοπός ή τα αποτελέσματα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων. Με απόφαση του Υπουρ­γού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του ειδικού φόρου κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προσδιορίζονται, τα στοιχεία που διαβιβάζονται από τους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας και τον Διαχει­ριστή Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ) στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασής τους.»    4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 προστίθεται περίπτωση ι' ως ακολούθως:    «ι) Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται και χρησιμοποιείται για ιδία χρήση, εφόσον προέρχεται από αιολική, ηλιακή, γεωθερμική, παλιρροϊκή ενέργεια και ενέργεια κυμάτων.»    5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001 αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «2. Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου ενεργείται με παραστατικό έγγραφο, το οποίο υποβάλλεται από τον υπόχρεο στην αρμόδια αρχή και από την ημερομηνία αποδοχής του αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου. Το παραστατικό αυτό καταρτίζεται με ευθύνη του υπόχρε­ου και το περιεχόμενό του ελέγχεται και επαληθεύεται κατά τα οριζόμενα σε ειδικές προς τούτο διατάξεις.»    6. Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001 προστίθεται νέα παράγραφος 7, ενώ η ήδη υπάρχουσα παράγραφος 7 αναριθμείται σε 8.    «7. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που αναλογεί στην ηλεκτρική ενέργεια βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή, βάσει των εκδιδόμενων από τον διανομέα ή τον αναδιανομέα φορολογικών στοιχείων επί των οποίων προσδιορίζονται η μονάδα μέτρησης και οι ποσότητες που παραδίδονται, το αργότερο μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των ανωτέρω σχετικών φορολογικών στοιχείων.Με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση. Κατ' εξαίρεση προκειμένου για την ηλε­κτρική ενέργεια ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με τον οικείο φορολογικό συντελεστή επί του ποσού του ειδικού φό­ρου κατανάλωσης.» Άρθρο 16Επιβολή εφάπαξ φόρου επί των αποθεμάτων πετρελαίου θέρμανσης    1. Στα αποθέματα πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) - θέρμανσης που έχει στην κυριότητά του την 3.3.2010 κάθε επιτηδευματίας, που έχει λάβει αριθμό μη­τρώου Διακινητών Πετρελαίου Θέρμανσης (ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ.), τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση και έχει πραγματοποιηθεί η φυσική τους έξοδος από τις φορολογικές αποθήκες, αλλά δεν έχουν διατεθεί στην κατανάλωση, επιβάλλεται εφάπαξ φόρος ισόποσος με τη διαφορά των φορολο­γικών επιβαρύνσεων που εφαρμόζονται από 4.3.2010, ήτοι του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), και των ήδη καταβληθέ­ντων κατά την έξοδό τους από τη φορολογική αποθήκη ειδικού φόρου κατανάλωσης και Φ.Π.Α..    2. Ο εφάπαξ φόρος επιβάλλεται στα αποθέματα της προηγούμενης παραγράφου που έχει στην κυριότητά του ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., την 3.3.2010 σε εγκα­ταστάσεις του ή σε εγκαταστάσεις τρίτων, ανεξάρτητα από το χρόνο λήξης της διαχειριστικής του περιόδου ή την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί ή την απαλλαγή από την τήρηση βιβλίων.    3. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. πραγματοποιεί πωλήσεις σε δικαιούχους χρήσης πε­τρελαίου θέρμανσης και δικαιούται επιστροφής, τότε ο οφειλόμενος εφάπαξ φόρος συμψηφίζεται με τα προς επιστροφή ποσά των φορολογικών επιβαρύνσεων, λόγω της εξομοίωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) - θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008 (ΦΕΚ 9 Α).    4. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. δεν πραγματοποιεί πωλήσεις σε δικαιούχους χρήσης πε­τρελαίου θέρμανσης και δεν δικαιούται επιστροφής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/ 2008 τότε ο οφειλόμενος εφάπαξ φόρος καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή από τον υπόχρεο δήλωσης εις διπλούν στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματός του Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), το αργότερο μέχρι και τις 15.4.2010. Το ένα αντίτυπο της δήλωσης με ημερομηνία παραλαβής και θεωρημένο από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. επιστρέφεται στον υπόχρεο.Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη κα­ταβολή του οφειλόμενου εφάπαξ φόρου θεωρείται απα­ράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης ή εκπρόθεσμης δήλωσης εφαρμόζονται οι κυ­ρώσεις οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), καθώς και οι κυρώσεις των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του ν. 2960/2001 εφόσον συντρέχει περίπτωση.Για τη διαδικασία βεβαίωσης εφαρμόζονται ανάλογα οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α).    5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζε­ται ο τρόπος συμψηφισμού του εφάπαξ φόρου επί των αποθεμάτων με τα προς επιστροφή ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης του εφάπαξ φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.    6. Κάθε άλλη διάταξη, η οποία αντίκειται στις δια­τάξεις του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις οι οποίες ρυθμίζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Άρθρο 17Ειδικός φόρος σε είδη πολυτελείας    1. Επιβάλλεται φόρος πολυτελείας στα επιβατι­κά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 8703 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, καθώς και στα αυτο­κίνητα τύπου jeep της δασμολογικής κλάσης 8704, το ποσοστό του οποίου ορίζεται για αυτοκίνητα με τιμή χονδρικής πώλησης από τον κατασκευαστή οίκο ως εξής:α) από 17.000 ευρώ μέχρι και 22.000 ευρώ, ποσοστό 10%,β) άνω των 22.000 ευρώ μέχρι και 30.000 ευρώ, πο­σοστό 20%,γ) άνω των 30.000 ευρώ, ποσοστό 30%. Ο ανωτέρω φόρος επιβάλλεται επί της φορολογητέας αξίας του άρθρου 126 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α').    2. Προκειμένου για μεταχειρισμένα όμοια αυτοκίνητα, το ποσοστό του φόρου καθορίζεται ως εξής:α) από 12.000 ευρώ μέχρι και 15.000 ευρώ, ποσοστό 10%,β) άνω των 15.000 ευρώ μέχρι και 20.000 ευρώ, πο­σοστό 20%,γ) άνω των 20.000 ευρώ, ποσοστό 30%.Ο ανωτέρω φόρος επιβάλλεται επί της φορολογητέας αξίας του άρθρου 126 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α').    3. Από το φόρο πολυτελείας της προηγούμενης πα­ραγράφου εξαιρούνται τα επιβατικά αυτοκίνητα που προορίζονται να κυκλοφορήσουν ως δημόσιας χρήσης, καθώς και τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα.    4. Επιβάλλεται φόρος πολυτελείας επί της φορολογη­τέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται από τα άρθρα 19 και 20 του ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α') για τα ενδοκοινοτικώς αποκτούμενα και τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες και επί της τιμής πώλησης προ Φ.Π.Α. για τα εγχωρίως παραγόμενα, στα παρακάτω είδη: 
ΕΙΔΟΣΠΟΣΟΣΤΟ ΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ
α) Δέρματα ερπετών, κροκοδείλων, σαυροειδών και αγρίων ζώων γενικά καθώς και πτηνών, ψαριών και θαλασσίων ζώων γενικά, κατεργασμένα ή μη. Κωδικός Σ.Ο. 41.06.40, 41.13.30, ΕΧ41.14.10.90 10%
β) Τεχνουργήματα από δέρμα της περίπτωσης α). Κωδικός Σ.Ο. 42.02.21.00, 42.02.31.00, 42.03.30.3010%
γ) Υποδήματα από δέρμα της περίπτωσης α). Δ.Κ. ΕΧ 64.0310%
δ) Ενδύματα, εξαρτήματα της ένδυσης και  άλλα είδη από γουνοδέρματα. Δ.Κ. 43.0310%
ε) Τάπητες από οποιαδήποτε ύλη που περιέχουν μετάξι ή απορρίμματα από μετάξι σε ποσοστό πάνω από 10% στο   συνολικό   βάρος.   Κωδικός  Σ.Ο.   57.01.10.10, 57.01.90.10  10%
στ) Μαργαριτάρια ακατέργαστα ή κατεργασμένα, πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες, πέτρες συνθετικές ή ανασχηματισμένες,  κατεργασμένες  ή  ακατέργαστες. Εξαιρούνται εκείνες που προορίζονται για βιομηχανική χρήση. Δ.Κ. 71.01, ΕΧ 71.02 και ΕΧ 71.03  10%
ζ)    Σκόνη διαμαντιού "και σκόνη από πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες φυσικές ή συνθετικές. Δ.Κ. 71.05 10%
η) Κοσμήματα με ή χωρίς πολύτιμες πέτρες και μέρη αυτών,   από   πολύτιμα   μέταλλα   ή   από   μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα. Δ.Κ. 71.13 10%
θ) Είδη χρυσοχοΐας και μέρη αυτών από πολύτιμα μέταλλα ή από μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα. Δ.Κ. 71.14 10%
ι) Άλλα τεχνουργήματα από πολύτιμα μέταλλα ή από μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα. Δ.Κ. 71.15 10%
ια) Τεχνουργήματα από μαργαριτάρια, από πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες ή από πέτρες συνθετικές ή ανασχηματισμένες. Δ.Κ. 71.16 10%
ιβ) Αεροπλάνα, υδροπλάνα και ελικόπτερα ιδιωτικής χρήσης. Δ.Κ. Ε.Χ. 88.02 20%
ιγ) Πλοία, πλοιάρια και άλλα σκάφη κινούμενα με οποιοδήποτε τρόπο, που προορίζονται για αναψυχή. Δ.Κ. Ε.Χ. 89.03, με εξαίρεση τα προαναφερόμενα που υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 89.03.10.10, 89.03.91.92, 89.03.92.91, 89.03.99.10 και 89.03.99.91.  10% 
    5. Ο φόρος πολυτελείας για τα επιβατικά αυτοκίνητα ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσης βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές πα­ράλληλα με την είσπραξη του τέλους ταξινόμησης.Για τα είδη της παραγράφου 4 που προέρχονται από τρίτες προς την Ευρωπαϊκή Ένωση χώρες, ο φόρος πο­λυτελείας βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις τελω­νειακές αρχές κατά τη θέση αυτών σε ανάλωση, ενώ τα προερχόμενα από άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τα εγχωρίως παραγόμενα, ο φόρος αποδίδε­ται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της έδρας του επιτηδευματία. Υπόχρεος για την απόδοση του φόρου για μεν τα εγ­χωρίως παραγόμενα είναι ο παραγωγός των προϊόντων, για δε τα προερχόμενα από τα λοιπά κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πρόσωπο που πραγματοποιεί την ενδοκοινοτική απόκτηση.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο χρόνος, ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την απόδοση του φόρου αυτού στις Δ.Ο.Υ..    6. Τα είδη της παραγράφου 4 που παραλαμβάνονται ως πρώτες ύλες για την παραγωγή ετοίμων προϊόντων της ίδιας παραγράφου, απαλλάσσονται του φόρου πο­λυτελείας.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζο­νται οι όροι και προϋποθέσεις και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΠΑΓΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ Άρθρο 18Προγράμματα απασχόλησης ανέργων    1. Με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας, την προώθηση της απασχόλησης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας (Ν.Θ.Ε.), ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να επιδο­τεί μέχρι και το εκατό τοις εκατό (100%) των ασφα­λιστικών εισφορών (εργοδοτών και εργαζομένων) για προσλαμβανόμενους μισθωτούς σε επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες, βάσει προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων που καταρτίζονται με αποφάσεις του Υπουρ­γού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ..    2. Με τις προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται:α) Ο τρόπος επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών, ο οποίος μπορεί να γίνεται και κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας.β) Το ποσοστό της επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών για τους προσλαμβανόμενους μισθωτούς, ο ανώτατος αριθμός των ως άνω επιδοτούμενων μισθωτών ανά επιχείρηση ή εργοδότη, η διάρκεια της επιδότησης κατά τα διάφορα στάδια του προγράμματος, ο χρό­νος της μετά από τη διάρκεια της επιδότησης πιθανής υποχρεωτικής απασχόλησης από τον εργοδότη των προσλαμβανομένων και η απαγόρευση της απόλυσης του υπόλοιπου προσωπικού.γ) Τα στοιχεία που οι επιχειρήσεις και οι εργοδότες υποβάλλουν στον Ο.Α.Ε.Δ. ή/ και στον οικείο ασφαλιστι­κό φορέα, εν όψει της υπαγωγής τους στα προγράμματα απασχόλησης του παρόντος άρθρου.δ) Τα όργανα, τα οποία παράλληλα με το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., θα αποφασίζουν για την ύπαρξη ή μη των προ­ϋποθέσεων υπαγωγής των επιχειρήσεων και εργοδοτών στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.ε) Οι ειδικές περιπτώσεις της παραγράφου 3 του πα­ρόντος άρθρου.στ) Κάθε άλλη λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για τους όρους εφαρμογής των προγραμμάτων και τον έλεγχο αυτών.    3. Σε ειδικές περιπτώσεις, είναι δυνατόν τα καταρτιζόμενα κατά τη διαδικασία της παραγράφου 1 προγράμματα απασχόλησης να αφορούν επιδότηση μέχρι και του εκατό τοις εκατό (100%) των ασφαλι­στικών εισφορών (εργοδοτών και εργαζομένων) για τη διατήρηση θέσεων σε επιχειρήσεις ή εργοδότες.    4. Επιχειρήσεις και εργοδότες που έχουν υπαχθεί στα καταρτιζόμενα κατά τη διαδικασία αυτού του άρ­θρου προγράμματα απασχόλησης και παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των προγραμμάτων απασχόλησης για την πρόσληψη, τη διατήρηση και τη μη απόλυση του υπόλοιπου προσω­πικού και του προσωπικού που επιδοτείται και γενικά την εφαρμογή του προγράμματος, υποχρεούνται να καταβάλουν οι ίδιες τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδο­τών και εργαζομένων) που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα του συνολικού χρόνου απασχόλησης (επιχορηγούμενης και μη) των μισθωτών που καθορίζει το πρόγραμμα.Στην περίπτωση αυτή, η καταβολή των ασφαλιστι­κών εισφορών (εργοδοτών και εργαζομένων) από τις επιχειρήσεις και εργοδότες που έχουν παραβεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των προγραμμάτων γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ενώ το ποσό της δαπάνης που καταβλήθηκε από τον Ο.Α.Ε.Δ. αχρεωστήτως για τις ως άνω ασφαλιστικές εισφορές αποδίδεται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα στον Ο.Α.Ε.Δ..    5. Για το ποσό που θα αποδοθεί στον Ο.Α.Ε.Δ. απο­φασίζει το διοικητικό συμβούλιο ή τα όργανα που ορί­ζει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 περ. δ' του παρόντος άρθρου. Κάθε διαφορά που τυχόν προκύψει μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ. και του οικείου ασφαλιστικού φορέα ως προς το ύψος του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον Ο.Α.Ε.Δ. επιλύεται με απόφαση του Υπουργού Ερ­γασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Άρθρο 19Πάγιο σύστημα ρύθμισης οφειλόμενων εισφορών    1. Με αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, παρέχεται η ευχέρεια εξόφλησης σε μηνιαίες δόσεις, των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών μετά των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, μετά από αίτηση του οφειλέτη.Στις οφειλόμενες εισφορές συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές που εισπράττονται από τους Φ.Κ.Α. για τρίτους.Ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση, της καταβολής από τον οφειλέτη των τρεχουσών εισφορών.Η μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ.Εάν ο οφειλέτης αδυνατεί να καταβάλει την προβλε­πόμενη δόση μέχρι και τέσσερις (4) συνεχόμενους μήνες ή έξι (6) μήνες για τους οφειλέτες του Ο.Γ.Α., μπορεί να συνεχίσει κανονικά την καταβολή από τον επόμενο μήνα. Το 36μηνο παρατείνεται τόσους μήνες όσοι είναι οι μήνες της μη καταβολής της δόσης. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται μέχρι και τρεις φορές κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, με την προϋπόθεση ότι καταβάλλονται κανονικά οι δόσεις και οι τρέχουσες εισφορές για οκτώ (8) συνεχόμενους μήνες κάθε φορά. Σε κάθε περίπτωση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καταβολή από τον οφει­λέτη των δόσεων και των τρεχουσών εισφορών.Σε περίπτωση μηχανογραφικής εφαρμογής συστημάτων υπολογισμού των εισφορών σε διμηνιαία βάση ή εξαμηνιαία για τον Ο.Γ.Α., η καταβολή γίνεται σε ισόπο­σες διμηνιαίες δόσεις ή εξαμηνιαίες για τον Ο.Γ.Α..    2. Εάν ο οφειλέτης απολέσει ολοκληρωτικά το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης εισφορών σε δό­σεις, δύναται να υποβάλλει νέα αίτηση για ρύθμιση, μετά από ένα (1) χρόνο από την έκδοση της πρώτης απόφασης.Το αρμόδιο όργανο δύναται να ρυθμίσει εκ νέου τις οφειλές σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.    3.α. Σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών παρέχεται έκπτωση σαράντα τοις εκατό (40%) επί των πρόσθετων τελών.β. Σε περίπτωση τμηματικής εξόφλησης παρέχεται έκπτωση είκοσι τοις εκατό (20%) επί των πρόσθετων τελών.Το ποσό μείωσης των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων στην περίπτωση τμηματικής καταβολής επιμερίζεται ισόποσα σε όλες τις δόσεις.    4. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων, καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπά­γεται την έκπτωση από το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού. Το οφειλόμενο ποσό υπολογίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία κάθε φορέα.    5. Στους οφειλέτες, που υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, χορηγείται βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας δι­άρκειας ενός (1) μηνός.Εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 5ε' του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α', 21.6.1951) και της παραγράφου 4 του άρθρου 51 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α', 5.1.1999), όπως ισχύει.    6. Στη ρύθμιση αυτή παρέχεται δυνατότητα υπαγωγής και όσων έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις νόμων για το μέρος της οφειλής που δεν έχει εισπραχθεί.    7. Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων εισφορών από:α) Επιχείρηση που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, αν δεν έχουν αποδώσει όλα τα αναγκαστικά ή άλλα μέτρα είσπραξης που ισχύουν, επιτρέπεται η ρύθμιση.β) Εποχική επιχείρηση, είναι δυνατόν τα αρμόδια όργανα να αποφασίζουν τη ρύθμιση σε μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα, με τη δυνατότητα αυξημένου ποσού μηνιαίας δόσης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυ­τής και μειωμένου ποσού μηνιαίας δόσης κατά τριάντα τοις εκατό (30%) όταν αυτή δεν λειτουργεί.    8. Όπου από τις κείμενες διατάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού ορίζεται ως προϋπόθεση για την έναρξη καταβολής σύνταξης η προηγούμενη εξόφληση των οφειλών, σε περίπτωση υπαγωγής του οφειλέτη στον παρόντα διακανονισμό, εξακολουθεί να ισχύει και η σύνταξη καταβάλλεται από την 1η του επόμενου της εξόφλησης μήνα.    9. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις, αν το οφειλόμενο ποσό δεν είναι μεγαλύτερο των είκοσι (20) μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά για καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό.    10. Τα ποσά οφειλής της ανωτέρω παραγράφου προσαυξημένα με τα πρόσθετα τέλη συμψηφίζονται ή παρακρατούνται από τα ποσά των συντάξεων σε ίσες μηνιαίες δόσεις που δεν μπορεί να είναι περισσότερες των τριάντα έξι (36). Η πρώτη (1η) δόση παρακρατείται από τον πρώτο μήνα απονομής της σύνταξης.    11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης, που εκδίδεται μετά γνώμη των Διοικητι­κών Συμβουλίων των αρμόδιων Οργανισμών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του πα­ρόντος.    12. Καταργείται κάθε διάταξη που ρυθμίζει αντίθετα τα θέματα αυτά. Άρθρο 20Έναρξη ισχύος    1. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010.    2. Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 2, 6 και 7 αρ­χίζει από 1.3.2010.    3. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 12 αρχίζει από 15.3.2010, με εξαίρεση τα βιομηχανοποιημένα κα­πνικά προϊόντα για τα οποία η ισχύς του αρχίζει από 4.3.2010.    4. Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 13 έως και 17 αρχίζει από 4.3.2010 με εξαίρεση την περίπτωση κα' του πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 15, η ισχύς του οποίου αρχίζει από 2.5.2010.    5. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.  
 
Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, διατάξεις για την επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και άλλες διατάξεις. PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 21 Φεβρουάριος 2010 16:06
ΝΟΜΟΣ 3816/2010 - ΦΕΚ 6/Α'/26.1.2010Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, διατάξεις για την επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και άλλες διατάξεις. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ    Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:    Άρθρο 1Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών    ΜΕΡΟΣ Α'ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ    1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά και να επιτύχουν την υπαγωγή σε ρύθμιση των συνολικών οφειλών από την κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 30.6.2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφει­λή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Το σύνολο της ληξιπρό­θεσμης οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει για κάθε σύμβαση το ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.    2. Η αποπληρωμή της κατά την προηγούμενη παρά­γραφο προκύπτουσας οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή, σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη. Για ληξιπρό­θεσμη οφειλή από σύμβαση που έχει καταγγελθεί, η διάρκεια της αποπληρωμής δεν μπορεί να είναι μικρό­τερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα κατα­βάλλονται μόνο τόκοι και η εν συνεχεία αποπληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Για ληξιπρό­θεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ' αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομη­νία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα καλύπτουν την κατά παράγρα­φο 1 οφειλή, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται το ποσό των περιοδικών δόσεων. Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφει­λής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το σύνολο των υφιστάμενων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγ­γυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση.    3. Από την ψήφιση του παρόντος και μέχρι την 15.3.2010 η καταγγελία σύμβασης της παραγράφου 1 εξαιτίας λη­ξιπρόθεσμων οφειλών παράγει τα αποτελέσματά της μόνο αν ο οφειλέτης δεν ζητήσει εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας την υπαγωγή σε ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η προθεσμία του ενός μηνός δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα αυτό.    4. Οφειλέτες από συμβάσεις της παραγράφου 1, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005 και μέχρι την 30.6.2007 δικαιούνται να ζητή­σουν και να επιτύχουν να υπαχθούν στη ρύθμιση σύμφω­να με τα παραπάνω, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15.5.2010 ποσό ίσο με το δέκα τοις εκατό της οφειλής που προκύπτει, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, για τους οποίους τηρείται χωριστός λογαριασμός. Αν ο οφειλέτης απο­πληρώσει το ήμισυ της οφειλής σύμφωνα με τη ρύθ­μιση, διαγράφονται οριστικά οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης, αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων.    5. Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφει­λών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε τριάντα ημέ­ρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31.7.2010 δεν επιτρέ­πεται η έναρξη ή η συνέχιση της κύριας διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν έχει διενεργηθεί ήδη ο πλειστηριασμός, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων του Ελληνικού Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, για οποι­αδήποτε αιτία οφειλής και υπό τον όρο ότι ο οφει­λέτης θα έχει υποβάλει εμπρόθεσμα σχετική αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος. Ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης.    6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματο­δοτικής μίσθωσης με χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν καταγγελθεί. Η διάρκεια της αποπληρωμής της οφειλής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον εναπομένοντα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης χρόνο. Στην περίπτωση της υπέρβασης δεν εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2. Καταγγελίες μετά την 15.12.2009 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν παράγουν τα αποτελέσματά τους. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για τις συμβάσεις αυτές.    7. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, από ομολογιακά δάνεια, από δάνεια ή πιστώσεις εγγυημένα ή επιδοτούμενα από το Δημόσιο ή εγγυημένα από το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές Κοινωφελών Ιδρυμάτων.    8. Δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή στο νόμο αυτόν έχουν οι πρωτοφειλέτες, οι εγγυητές και οι καθολικοί διάδοχοί τους, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφα­λιστική ενημερότητα.    Άρθρο 2 Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών    1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για επιχει­ρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από αυτά και να επιτύχουν για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημε­ρότητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα:α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τό­κων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμ­βατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος, εφόσον η σύμβα­ση δανείου δεν έχει διανύσει μέχρι την 15.4.2010 το ένα τρίτο της προβλεπόμενης συμβατικής διάρκειας,β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, καιγ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη.    2. Την επιλογή κατά την προηγούμενη παράγραφο και εφόσον το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου δεν υπερ­βαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ έχουν:α) φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, και εμφανίζουν κατά την τελευταία μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2009 χρήση ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότε­ρο των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ και έχουν κατά την ίδια χρήση ζημία,β) αγροτικοί συνεταιρισμοί, ενώσεις αυτών και ομάδες παραγωγών, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων που τηρούν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.    3. Την επιλογή κατά την παράγραφο 1 και εφόσον το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ, έχουν:α) φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορι­κή δραστηριότητα και κατά τη χρήση του έτους 2008 εμφανίζουν ετήσια ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ,β) φυσικά πρόσωπα που ασκούν κατά κύριο επάγγελ­μα αγροτική δραστηριότητα,γ) επιχειρήσεις που έχουν υποστεί σημαντικές κα­ταστροφές από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα από το έτος 2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.    4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρ­μογής που απαιτούνται.    5. Αν καταγγελθούν από το πιστωτικό ίδρυμα συμβά­σεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέ­ρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντας κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμά του. Το συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους της παραγράφου αυτής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.    6. Αν μειωθεί ή δεν ανανεωθεί μονομερώς από το πιστωτικό ίδρυμα το πιστωτικό όριο συμβάσεων ανοι­κτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και κατά το μέρος που αυτό δεν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγρά­φους 2 και 3 σε πέντε έτη σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.    7. Επιχειρήσεις και επαγγελματίες των πυρόπληκτων νομών κατά τις πυρκαγιές του 2007 στους οποίους χο­ρηγήθηκαν δάνεια δυνάμει της με αριθμό 2/54310/0025/ 13.9.2007 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 1858 Β') δικαιούνται να ζητήσουν μέχρι την 15.4.2010 αναστολή επί διετία και αναδρομικά από 1.1.2010 της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της ανα­στολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Υπόχρεοι προς αποπλη­ρωμή των τόκων είναι οι δανειολήπτες.    8. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του παρόντος ισχύουν και για τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου.    9. Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 εφαρμόζονται για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγήθηκαν μέσω υποκατα­στημάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή έχουν νομίμως εγκατασταθεί στην Ελλάδα.    Άρθρο 3Γενική διαγραφή δυσμενών δεδομένων για εξοφληθείσες οφειλές    1. Διαγράφονται από τα αρχεία δεδομένων οικονο­μικής συμπεριφοράς που τηρούνται από τα πιστωτι­κά ή χρηματοδοτικά εν γένει ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών όλες οι καταχωρισμένες περιπτώσεις για απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους συναλλαγ­ματικές και γραμμάτια εις διαταγήν, καταγγελίες συμ­βάσεων δανείων και πιστώσεων, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προ­γράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της ή θα εξοφληθεί μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.    2. Αίρεται κάθε περιορισμός χορήγησης νέου βιβλια­ρίου επιταγών που έχει επιβληθεί με βάση τη με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007) για επιταγές που έχουν εξοφληθεί ή θα εξοφληθούν μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.    Άρθρο 4Περιορισμοί στην επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς    1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α'), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατα­σταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «1. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και εν γένει χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντίστοιχες ανα­φερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύ­λαξη της περίπτωσης α', για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης κατηγορίας:α) Απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους συναλλαγ­ματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, δύο έτη. Επιταγές, που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σφράγισή τους δεν εμφανίζονται στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρισμένες διαγράφονται.Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και για συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήξη τους.β) Διαταγές πληρωμής, τρία έτη.γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύ­μων εταιρειών, περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προ­γράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, τέσσερα έτη.»    2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α'), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατα­σταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τα χίλια ευρώ, δεν εμφανίζονται στα αρ­χεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.»    3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τις τρεις χιλιάδες ευρώ και δεν υπερβαίνουν τις τρεις καταχωρίσεις, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.    4. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί διαγράφονται δέκα έτη μετά την εγγραφή.    5. Η παύση της εμφάνισης στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών επιταγών επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προη­γούμενες παραγράφους, αίρει το μέτρο στέρησης του βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί κατ' εφαρμογή της με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφασης της Επιτρο­πής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007), για τις επιταγές αυτές.    Άρθρο 5 Υποχρέωση ενημέρωσης    Το πιστωτικό και εν γένει το χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα δυσμενή δεδο­μένα για οφειλές υποχρεούται μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων που αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής να προβεί αδαπάνως για τον οφειλέτη στην ενημέρωση του υπευθύνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων.    Άρθρο 6 Προσωρινή δικαστική προστασία    1. Με αίτηση που στρέφεται κατά του δανειστή και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ. Κ.Πολ.Δ., το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές δι­καστήριο δικαιούται να διατάξει προσωρινά ως ασφα­λιστικό μέτρο τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών, ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή κατά πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον σφόδρα πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής.    2. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων υποχρεού­νται, με τη γνωστοποίηση σε αυτούς της δικαστικής από­φασης που δέχεται την αίτηση, να μεριμνήσουν μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες να μην εμφανίζονται στα αρχεία και να μην μεταβιβάζονται τα παραπάνω δεδομένα.    3. Η απόφαση που διατάζει το πιο πάνω ασφαλιστικό μέτρο παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν δημοσιευθεί ορι­στική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης.    Άρθρο 7Παροχή βιβλιαρίου επιταγών με εγγύηση    Το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να χορηγεί κατά τη διάρκεια ισχύος μέτρου στέρησης χορήγησης βιβλιαρί­ου επιταγών νέο βιβλιάριο επιταγών εφόσον παρέχεται επ' αυτών τριτεγγύηση έως πέντε χιλιάδες ευρώ για κάθε επιταγή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο δεν υφίσταται το ανωτέρω μέτρο στέρησης. Η πληρωτέα αξία της επιταγής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της εγγυήσεως.    Άρθρο 8 Κυρώσεις    Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυ­τιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων από τον παρόντα νόμο πρόστιμο που ανέρχεται από δέκα χιλιάδες έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.Κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη και συνεκτιμώνται: α) η βαρύτητα της πα­ράβασης, β) η συχνότητα αυτής, γ) η διάρκειά της, δ) οι ειδικές συνθήκες τέλεσής της, ε) η ύπαρξη υπαιτιότητας, στ) ο κύκλος εργασιών του παραβάτη και ζ) η υπότρο­πη συμπεριφορά. Οι καταγγελίες για παράβαση του παρόντος νόμου κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστι­κότητας και Ναυτιλίας.    Άρθρο 9 Διαγραφή απαιτήσεων    Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφο­νται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ. 10 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α'). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.    Άρθρο 10Αναστολή υποβολής των αιτήσεων υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στις διατάξεις του ν. 3299/2004 ΜΕΡΟΣ Β' ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ    1.α. Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων για την υπαγωγή τους στις ενισχύσεις της επιχορήγησης ή και της επιδό­τησης χρηματοδοτικής μίσθωσης ή της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004, όπως ισχύει, υποβάλ­λονται έως και την 29η Ιανουαρίου 2010.β. Η έναρξη δαπανών για την ένταξη των επενδυτικών σχεδίων στην ενίσχυση της φορολογικής απαλλαγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004, είναι δυνατή έως και την 29η Ιανουαρίου 2010.    2. Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων που θα κατατεθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες έως και την 29η Ιανουαρίου 2010, καθώς και για όσες υποβληθείσες δεν έχει εκδο­θεί εγκριτική ή απορριπτική απόφαση της Διοίκησης εξετάζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 3299/ 2004 και τις κανονιστικές αποφάσεις κατ' εξου­σιοδότηση των διατάξεών του.    Άρθρο 11Α. Αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν.1220/1981 (ΦΕΚ 296 Α')    1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 αντικαθίσταται ως εξής:    «1. Σε περίπτωση εγκατάλειψης στην αλλοδαπή ή ημε­δαπή Ελλήνων ναυτικών, που είναι ναυτολογημένοι σε πλοία υπό ελληνική σημαία ή ξένα, συμβεβλημένα με το «Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο» (Ν.Α.Τ.), λόγω μη τήρησης από τον πλοιοκτήτη των διατάξεων περί μισθοτροφοδοσίας:α) Καταβάλλονται από το Ν.Α.Τ. και ειδικότερα από το «Κεφάλαιο Ασθένειας και Ανεργίας» έναντι των καθυ­στερημένων βασικών μισθών και επιδομάτων, αποδοχές μέχρι ενός τριμήνου, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικίες συλλογικές συμβάσεις. Η καταβολή αυτή γίνεται με βάση κατάσταση, που περιλαμβάνει το πλήρωμα και τις αποδοχές του και έχει εγκριθεί από την Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία ή από την Επιτροπή της παραγρά­φου 3. Σε περίπτωση διαφωνίας, υπερισχύει η γνώμη της Επιτροπής. Η βεβαίωση από το Ν.Α.Τ. ότι έχει εκδο­θεί για κάθε ναυτικό, που έχει εγκαταλειφθεί, επιταγή για την παραπάνω καταβολή, συνεπάγεται αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης ναυτικής εργασίας και κλείσιμο του ναυτολογίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2.β) Ο επαναπατρισμός των ναυτικών, που έχουν εγκα­ταλειφθεί στην αλλοδαπή, καθώς και η καταβολή των μικροεξόδων του ταξιδιού, γίνεται με τη φροντίδα της Εστίας Ναυτικών, σύμφωνα με τις σχετικές περί αυτής διατάξεις.»    2. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν αναδρο­μικά από 1ης Ιουνίου 2009. Για την περίοδο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος στο ΦΕΚ η Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 μπορεί να γνωμοδοτήσει ώστε η καταβολή της παραγράφου 1 στοιχείο α' του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 να αφο­ρά περίοδο μεγαλύτερη του τριμήνου και μέχρι ενός εξαμήνου.    Β. Μετάθεση ημερομηνιών αποχώρησης προσωπικού Ο.Λ.Π.    1. Η ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου τέταρτου του ν. 3654/2008 (ΦΕΚ 57 Α') «Κύρωση των Συμβάσεων Παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π. Α.Ε.) και Θεσσαλονίκης (Ο.Λ.Θ. Α.Ε.), ρυθμίσεις για το προσωπικό της Ο.Λ.Π. Α.Ε. και της Ο.Λ.Θ. Α.Ε. και άλλες διατάξεις» αντικαθίσταται και ως νέα ημερομηνία ορί­ζεται η 30ή Ιουνίου 2010.    2. Η ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου έκτου του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Υ.Α. 8312/11/18/2009 (ΦΕΚ 1051 Β') αντικαθίσταται και ως νέα ημερομηνία ορίζεται η 28η Φεβρουαρίου 2010. Γ. Χρηματοδότηση ΟΛΠ Α.Ε.Η εταιρεία επιτρέπεται να χρηματοδοτείται από εθνι­κούς ή κοινοτικούς πόρους για την εξυπηρέτηση σκοπών γενικού οικονομικού συμφέροντος μέσω του Προγράμ­ματος Δημοσίων Επενδύσεων. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών προσδιορίζονται οι προϋ­ποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και μνημονεύονται ειδικά κατ' εφαρμογή ειδικής αποστολής δημοσίου συμφέροντος οι σκοποί γενικού οικονομικού συμφέροντος που δικαιολογούν την καταβολή της χρη­ματοδότησης σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.    Δ. Προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 791/1978    Προστίθεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 791/1978 εδάφιο δεύτερο, το οποίο έχει ως εξής:    «Τα αυτά ισχύουν και για τις εταιρείες χαρτοφυλακίου των παραπάνω εταιρειών.»    Ε. Ρύθμιση θεμάτων διαχείρισης πλωτών μουσείων ή εκθεμάτων δωρεάς προς το Ελληνικό Δημόσιο    1. Εμπορικά πλοία ιστορικής σημασίας, που περιήλθαν ή περιέρχονται λόγω δωρεάς στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α') με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως πλω­τά μουσεία ή εκθέματα, περιέρχονται στη διαχείριση του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.    2. Η εγγραφή πλοίων της προηγούμενης παραγράφου στα ελληνικά νηολόγια, καθώς και η διαγραφή τους από αυτά σε περίπτωση διάλυσης ή ανακύκλωσής τους στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους, γίνεται με αίτηση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτι­λίας. Για τα πλοία αυτά δεν καταβάλλονται κατά το χρονικό διάστημα παραμονής τους υπό ελληνική σημαία, φόροι (συμπεριλαμβανομένου του φόρου του ν. 27/1975 και εκτός του ΦΠΑ), εισφορές, τέλη ή δασμοί με την επι­φύλαξη των ισχυουσών σχετικών εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, ούτε απαιτούνται άλλες διατυπώσεις εκτός από την έκδοση τελωνειακής διασάφισης εισαγωγής, εγγράφου εθνικότητας και διορισμού αντικλήτου, αφού προηγηθεί η έκδοση πιστοποιητικού καταμέτρησης. Όσον αφορά στο ΦΠΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ [ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α')], όπως ισχύουν.    3. Η μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου απαγο­ρεύεται. Επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσης του πλοίου στο Ινστιτούτο Ιστορίας Εμπορικής Ναυτιλίας (Ι.Ι.Ε.Ν.), που συστάθηκε με το ν. 2638/1998 (ΦΕΚ 204 Α') ή σε άλλο φορέα που τελεί υπό την άμεση εποπτεία του Ελληνικού Δημοσίου, αποκλειστικά και μόνο για τη λειτουργία του ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Οικονομίας, Αντα­γωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα στον οποίο γίνεται η παραχώρηση. Για την παραχώρηση συνάπτεται σύμβαση που καταρ­τίζεται μεταξύ του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνι­στικότητας και Ναυτιλίας και του Προέδρου του Δ.Σ. του Ι.Ι.Ε.Ν. ή του νομίμου εκπροσώπου του φορέα στον οποίο γίνεται η παραχώρηση με τη σύμφωνη γνώμη και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα στον οποίο γίνεται η παραχώρηση. Η σύμβαση περιέχει τους όρους, το χρονικό διάστημα της παραχώρησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Η συντήρηση, διαχείριση και λειτουργία του πλοίου ως μουσείου ή εκθέματος ανήκει σε αυτόν προς τον οποίο παραχωρείται το πλοίο για το σκο­πό αυτόν και ουδεμία οικονομική υποχρέωση βαρύνει τον κύριο του πλοίου. Ο κύριος του πλοίου μπορεί να ζητήσει την άμεση απόδοσή του σε περίπτωση που διαπιστωθεί οποιαδήποτε απόκλιση από το σκοπό της ανάθεσης ή παραβίαση των όρων της σύμβασης.    4. Το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή το Ι.Ι.Ε.Ν. ή άλλος φορέας, στον οποίο το πλοίο παραχωρήθηκε για τη λειτουργία του ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος, μπορεί να αναθέτει τη συντή­ρηση, διαχείριση και λειτουργία του πλοίου ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος σε ενώσεις προσώπων, σωματεία ή άλλα μουσεία, που επιδιώκουν σκοπούς συναφείς με το Ι.Ι.Ε.Ν. και ιδίως την προβολή της ελληνικής ναυτικής ιστορίας και παράδοσης. Η ανάθεση πραγματοποιείται με σύμβαση που καταρτίζεται για τον ανωτέρω σκοπό από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή, κατά περίπτωση, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Ι.Ι.Ε.Ν. ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του φορέα στον οποίο έχει παραχωρηθεί το πλοίο και τον νόμιμο εκπρόσωπο της ένωσης προσώπων ή σωματείων ή μου­σείου, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα στον οποίο έγινε η παραχώ­ρηση, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση. Η σύμβαση περιέχει τους όρους, το χρονικό διάστημα της ανάθεσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα, η δε συντήρηση, διαχεί­ριση και λειτουργία του πλοίου ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ανάδοχο. Ο κύριος του πλοίου ή και ο φορέας που προέβη στην ανάθεση μπορεί να ζητήσει την άμεση απόδοση του πλοίου σε περίπτωση που διαπιστωθεί οποιαδήποτε απόκλιση από το σκοπό της ανάθεσης ή παραβίαση των όρων της σύμβασης.    5. Ο τόπος ελλιμενισμού του πλοίου - πλωτού μουσεί­ου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.    Άρθρο 12Επανεισαγωγή καταλόγου συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και εξορθολογισμός πλαισίου χορήγησης ιδιοσκευασμάτων για σοβαρές ασθένειες    1. α. Το Δημόσιο, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και κάθε φορέας και κλάδος ασφάλισης δικαιούχων περίθαλψης εγκρίνουν και εξοφλούν ιατρικές συνταγές μόνο εφόσον αυτές περιλαμβάνουν φάρμακα που περι­έχονται σε κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμακευ­τικών ιδιοσκευασμάτων και μόνο για τις εγκεκριμένες ενδείξεις, όπως αυτές καθορίζονται στην περίληψη χα­ρακτηριστικών του φαρμακευτικού προϊόντος.β. Για την κατάρτιση, την αναθεώρηση και τη συ­μπλήρωση του καταλόγου εφαρμόζονται αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία καθορίζονται και εξειδικεύονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων.γ. Ο κατάλογος του εδαφίου α' καταρτίζεται από συνιστώμενη στον Ε.Ο.Φ. Ειδική Επιτροπή και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινω­νικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο κατάλογος αναθεωρείται και συμπληρώνεται του­λάχιστον κατ' έτος από την ίδια επιτροπή και με την ίδια διαδικασία.δ. Η Ειδική Επιτροπή του εδαφίου γ' συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλλη­λεγγύης, είναι εννεαμελής και αποτελείται από έναν καθηγητή φαρμακευτικής του πανεπιστημίου (οποιασ­δήποτε βαθμίδας), έναν καθηγητή ιατρικής του πανε­πιστημίου (οποιασδήποτε βαθμίδας), έναν εκπρόσωπο του Ε.Ο.Φ. (ιατρό ή φαρμακοποιό), που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, έναν εκπρόσωπο (ιατρό) του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.), που ορίζεται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής αυτού, έναν φαρμακοποιό με προϋπηρεσία άνω των πέντε ετών στο Ε.Σ.Υ., και από έναν εκπρόσωπο (ιατρό ή φαρμακοποιό) του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του ΟΓΑ, του ΟΠΑΔ και του ΟΑΕΕ, που ορίζονται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων αυτών.Για καθένα μέλος ορίζεται αντίστοιχα και ο αναπλη­ρωτής του. Με την απόφαση συγκρότησης ορίζεται ο πρόεδρος της επιτροπής και ο αναπληρωτής του από τους ως άνω καθηγητές Πανεπιστημίου και ο γραμ­ματέας της επιτροπής με τον αναπληρωτή του από τους υπαλλήλους του Ε.Ο.Φ.. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οι­κονομικών ορίζεται η αποζημίωση των μελών της ειδικής επιτροπής και του γραμματέα που κατά τις κείμενες διατάξεις βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Φ., κα­θώς και κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια για τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της.ε. Εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση της κοινής υπουργικής απόφασης του εδαφίου γ' του πα­ρόντος, οι ενδιαφερόμενοι παρασκευαστές και εισαγω­γείς φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, που δεν έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση συμπερίληψής τους ενώπιον της ειδικής επι­τροπής. Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα στοιχεία για την υποστήριξή της και οι αιτούντες καλούνται για προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών τους ενώπιον της ειδικής επιτροπής. Εντός τριάντα ημερών από την υπο­βολή της αίτησης η ειδική επιτροπή, εφόσον, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της παραγράφου 2, κρίνει το αίτημα ως βάσιμο, καταρτίζει συμπληρωματικό κατά­λογο, που εγκρίνεται με τον τρόπο που ορίζεται στο εδάφιο γ' του παρόντος.στ. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή του υπ' αυτού νομίμως εξουσιοδοτημένου οργάνου του φορέα ασφάλισης, η οποία εκδίδεται εντός δέκα ημερών από της υποβολής σχετικής αιτήσεως, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εγκρίνεται η χορήγηση φαρμάκων που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο για την περίοδο θερα­πείας του ασθενούς. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν αιτι­ολογημένης έκθεσης ιατρού του αιτούντος και ύστερα από γνώμη της ειδικής επιτροπής του εδαφίου γ' της παρούσας παραγράφου του παρόντος άρθρου.ζ. Από τη δημοσίευση του καταλόγου του εδαφίου α' της παρούσας παραγράφου του παρόντος νόμου καταρ­γείται η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3457/2006. Οι διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α') και του άρθρου 31 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α'), καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών υπουργικές αποφάσεις εξακολουθούν να ισχύουν. Επίσης, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπουν την κάλυψη από το Δημόσιο και τους φορείς και κλάδους ασφάλισης ασθενείας της δαπάνης των φαρμάκων που χορηγού­νται στους οικονομικά αδύνατους και ανασφάλιστους.    2. α. Οι εξωτερικοί ασθενείς που είναι ασφαλισμένοι στο Δημόσιο και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή δυνάμει ειδικών διατάξεων δικαιούνται περίθαλψης μπο­ρούν να προμηθεύονται, τόσο από τα φαρμακεία των κρατικών νοσοκομείων όσο και από τα ιδιωτικά φαρμα­κεία, χωρίς συμμετοχή τους στη δαπάνη, φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για θεραπεία σοβαρών ασθενειών, που έχουν άδεια μόνο για νοσοκομειακή χρήση ή άδεια για έναρξη χορήγησης στο νοσοκομείο και παρακολούθηση από ειδικό ιατρό.β. Τα ιδιωτικά φαρμακεία προμηθεύονται τα χορηγού­μενα κατά το εδάφιο α' της παρούσας παραγράφου φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα με τους ίδιους όρους και στην ίδια τιμή που τα προμηθεύονται τα φαρμακεία των κρατικών νοσοκομείων.γ. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνεται, μετά από εισήγηση του Ε.Ο.Φ., κατάλογος με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για θεραπεία σοβαρών ασθενειών της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Με την ίδια διαδικασία ο εν λόγω κατάλογος αναθεωρείται και συμπληρώνεται τουλά­χιστον κατ' έτος. Για τον προσδιορισμό του κόστους λαμβάνεται υπόψη η χονδρική τιμή των ιδιοσκευασμά­των και η συσκευασία τους σε συνδυασμό με το κόστος ημερήσιας θεραπείας. Ο τρόπος διαμόρφωσης της τιμής διάθεσής τους από τα νοσοκομεία ή τα ιδιωτικά φαρ­μακεία καθορίζεται με αγορανομική διάταξη.δ. Ο κατάλογος των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εγκρίνεται υπό την προϋπόθεση ότι περιέχονται οπωσδήποτε στον κατάλογο των συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου του παρόντος νόμου. Η ως άνω προϋ­πόθεση δεν απαιτείται για το διάστημα μέχρι την έκδοση του πρώτου καταλόγου συνταγογραφούμενων ιδιοσκευ­ασμάτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου του παρόντος νόμου, για το οποίο διάστημα και μέχρι την έκδοση του καταλόγου κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να ισχύει ο κατάλογος φαρμακευ­τικών ιδιοσκευασμάτων της κοινής υπουργικής απόφασης ΔΥΓ3α/Γ.Π.151509/19.12.2008 (ΦΕΚ 2717 Β', 31.12. 2008).ε. Το άρθρο 26 του ν. 2072/1992, όπως έχει αντικα­τασταθεί, καταργείται από τη δημοσίευση της κοινής υπουργικής απόφασης του εδαφίου γ' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.    Άρθρο 13Μετάθεση ημερομηνίας σταδιακής αύξησης ορίου ηλικίας για συγκεκριμένη κατηγορία ασφαλισμένων    1. Το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παρα­γράφου 3 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως η περίπτωση αυτή έχει αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 144 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «Για τις μητέρες ανήλικων παιδιών, το ανωτέρω προ­βλεπόμενο όριο ηλικίας για λήψη μειωμένης σύνταξης καταργείται σταδιακά, με την αύξηση αυτού κατά ένα χρόνο, από 1.1.2011 και για κάθε επόμενο έτος μέχρι τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης αυτής ορίου ηλικίας για λήψη πλήρους σύνταξης.»    2. Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 33 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α'), όπως αυτά προστέθηκαν με την περίπτωση β' της παραγράφου 3 του άρθρου 144 του ν. 3655/2008, αντικαθίστανται ως ακολούθως:    «Για τις μητέρες ανήλικων τέκνων, το όριο ηλικίας για λήψη μειωμένης σύνταξης καταργείται σταδιακά, με την αύξηση αυτού κατά ένα χρόνο από 1.1.2011 και για κάθε επόμενο έτος, μέχρι τη συμπλήρωση του προβλε­πόμενου για τη λήψη πλήρους σύνταξης ορίου ηλικίας. Από 1.1.2013 και για κάθε επόμενο έτος, ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης αυξάνεται σταδιακά κατά εκατόν πενήντα ημέρες μέχρι τη συμπλήρωση 6.000 ημερών ασφάλισης.»    Άρθρο 14 Τροποποίηση του π.δ. 260/2001    Στο π.δ. 260/2001 επέρχεται η πιο κάτω τροποποί­ηση:    Στο άρθρο 1 παράγραφος α' στοιχείο Α' απαλείφεται η φράση: «και δεν έχουν υπερβεί το 40ό έτος το οποίο θεωρείται ότι συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του έτους απογραφής».    Άρθρο 15 Τελική διάταξη    Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
 
Τροποποίηση του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία και του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Γεώργιος Παναγόπουλος   
Κυριακή, 21 Φεβρουάριος 2010 16:02
ΝΟΜΟΣ 3815/2010 - ΦΕΚ 5/Α'/26.1.2010Τροποποίηση του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία και του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:    Άρθρο 1    1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 29 του Κώδικα Φορο­λογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προι­κών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:    «2. Η αιτία θανάτου κτήση περιουσιακών στοιχείων, πλην αυτών που ορίζονται στις επόμενες παραγράφους 3 και 4, από κληρονόμους που υπάγονται στην Α' και Β' κατηγορία υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση τις εξής ανά κατηγορία φορολογικές κλίμακες: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α
Κλιμάκια (σε ευρώ)Συντελεστής κλιμακίου (%)Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ)Φορολογητέα περιουσία(σε ευρώ)Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
150.000150.000
150.00011.500300.0001.500
300.000515.000600.00016.500
Υπερβάλλον10   
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β'
Κλιμάκια (σε ευρώ)Συντελεστής κλιμακίου (%)Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ)Φορολογητέα περιουσία(σε ευρώ)Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
30.000 30.000
70.00053.500100.0003.500
200.0001020.000300.00023.500
Υπερβάλλον20   
 2. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 29 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίστανται ως εξής:    «4. Η αιτία θανάτου κτήση χρηματικών ποσών υπό­κειται σε φόρο ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για κληρονόμους που υπάγονται στην Α' κατηγορία, και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειμένου για κληρονόμους που υπάγονται στη Β' κατηγορία.    5. Όταν ο κληρονόμος ή κληροδόχος έχει αναπηρία κατά ποσοστό 67% και άνω, ο φόρος που αναλογεί κατά τις προηγούμενες παραγράφους μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).»    3. Προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 29 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, η οποία έχει ως εξής:    «9. Για τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο φόρος υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 4, 36 και 47 του νόμου αυτού.»    4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 44 του Κώδικα Φορο­λογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προι­κών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίσταται ως εξής:    «1. Το υπόλοιπο της περιουσίας που αποκτάται αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων των άρθρων 41 και 43, υποβάλλεται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, οι οποίες εφαρμόζονται ανάλογα. Από το φόρο που προκύπτει εκπίπτεται: α) ο φόρος που αναλογεί στις προγενέστερες δωρεές, γονι­κές παροχές ή προίκες, που συνυπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 και β) ο φόρος που αποδεδειγμένα κα­ταβλήθηκε ή οριστικά και τελεσίδικα βεβαιώθηκε στην αλλοδαπή για τις δωρεές ή γονικές παροχές κινητών που έγιναν εκεί, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32.»    5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 44 του Κώδικα Φο­ρολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία καταργείται και οι επόμενες παράγραφοι του ίδιου άρθρου, αναριθμούνται αντίστοιχα.    6. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρ­θρου 24 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίσταται ως εξής:    «Προκειμένου για κληρονόμους που υπάγονται στην Α' και Β' κατηγορία της παραγράφου 1 του άρθρου 29, τα χρέη και τα βάρη που εκπίπτονται αφαιρούνται κατ' αρχήν από την αξία των περιουσιακών στοιχείων της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου και, στην περί­πτωση που η αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων υπολείπεται της αξίας των χρεών, αφαιρούνται κατά σειρά από την αξία των περιουσιακών στοιχείων των παραγράφων 3 και 4.»    7. Η περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθί­σταται ως εξής:    «ζ) Η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 29 του πα­ρόντος, μέχρι του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ ανά δικαιούχο, εφόσον δικαιούχοι είναι σύζυγος και ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου. Εφό­σον παρέχεται η απαλλαγή αυτή, κατά τον υπολογισμό του φόρου δεν ισχύει το πρώτο αφορολόγητο κλιμάκιο της κλίμακας της ίδιας αυτής παραγράφου και περιο­ρίζονται αντίστοιχα τα επόμενα κλιμάκια. Η απαλλαγή για τον επιζώντα σύζυγο παρέχεται εφόσον η έγγαμη συμβίωση είχε διάρκεια τουλάχιστον πέντε (5) ετών.»    8. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρ­θρου 28 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρε­ών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία καταργείται.    9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 82 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθί­σταται ως εξής:    «1. Ο φόρος που βεβαιώνεται ύστερα από δήλωση του υπόχρεου, ύστερα από πράξη προσδιορισμού φόρου, που έγινε οριστική λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, ύστερα από διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή του ενός πέμπτου (1/5) ή ύστερα από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ή δι­καστικό συμβιβασμό, καταβάλλεται σε δώδεκα (12) ίσες διμηνιαίες δόσεις.»    10. Το άρθρο 90 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίσταται ως εξής:    «Για την υποβολή των δηλώσεων στη φορολογία δωρεών, γονικών παροχών και προικών και γενικά τη διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του φόρου εφαρ­μόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 68, 69, 72, 73 παράγραφοι 1, 2 και 4 έως και 8, 74 έως και 81, 82 παράγραφοι 1 έως και 5 και 7, 83 και 84.»    11. Σε υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννάται μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου αυτού, συνυπολογίζονται όλες οι δωρεές εν ζωή ή αιτία θανάτου, οι γονικές παροχές και οι προίκες κατά τις διατάξεις των άρθρων 4, 36 και 47 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία.    12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για κτή­σεις περιουσίας αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από την 8η Ιανουαρίου 2010.    Άρθρο 2Τροποποιήσεις στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα    1. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 81 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α'), αντικαθίστανται ως εξής:    «2. Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε χίλια πεντακόσια εβδομήντα (1.570) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυ­λικής αλκοόλης.    3. Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη που προορίζε­ται για την παρασκευή ούζου ή που περιέχεται στο τσίπουρο και την τσικουδιά. Ο μειωμένος αυτός συ­ντελεστής καθορίζεται σε επτακόσια ογδόντα πέ­ντε (785) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.Ο κατά τα παραπάνω μειωμένος συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης εφαρμόζεται και στην περιοχή Δωδεκανήσου για την αιθυλική αλκοόλη που περιέχεται και στα λοιπά, πλην των παραπάνω, αλκοολούχα ποτά ή άλλα αλκοολούχα προϊόντα, τα οποία αποκτώνται από άλλα Κράτη - Μέλη της Κοινότητας, αποστέλλονται από φορολογική αποθήκη της λοιπής Ελλάδος ή εισάγονται στην περιοχή αυτή από τρίτες χώρες.Η ίδια μείωση του φόρου ισχύει και για την αιθυλική αλκοόλη που χρησιμοποιείται στην περιοχή αυτή για την παραγωγή των παραπάνω ποτών και προϊόντων.Οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.»    2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 87 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:    «2. Ο φόρος αυτός ορίζεται σε ένα ευρώ και εξήντα τρία λεπτά (1,63) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκα­τόλιτρο μπύρας.    3. Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης μπύ­ρας, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή, για την μπύρα που παράγεται στη χώρα μας ή στα άλλα Κράτη - Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, εφόσον η παραγωγή τους δεν υπερ­βαίνει τα 200.000 εκατόλιτρα μπύρας ετησίως.Για την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή ο όρος «ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο» σημαίνει το ζυθοποιείο το οποίο πληροί τις εξής προϋποθέσεις:- είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο,- χρησιμοποιεί δικές του εγκαταστάσεις και- δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμεταλλεύσεως άλλου επιτηδευματία.Θεωρούνται επίσης ως ένα και μόνο ανεξάρτητο μι­κρό ζυθοποιείο δύο ή περισσότερα μικρά ζυθοποιεία όταν αυτά συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 200.000 εκατόλιτρα μπύρας.Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε ογδό­ντα δύο λεπτά (0,82) ευρώ ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της πα­ρούσας παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.»    3. Το άρθρο 89 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:    « Άρθρο 89Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης    Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα του προηγούμενου άρθρου ορίζεται σε εξήντα πέντε (65) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορί­ζονται στις παραγράφους 6 και 7 του σημείου Β του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου 606/2009 (EEL 193/24.7.2009) για τα οποία ο συντελεστής ορίζεται σε τριάντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτά (32,50) ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.»    4. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 97 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:    «1. Στα τσιγάρα και στα προϊόντα που εξομοιώνονται με αυτά, ως βάση υπολογισμού του φόρου λαμβάνεται, σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης αυτών, ανεξάρτητα από το σήμα και την προέλευσή τους. Στην τιμή αυτή ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται σε ποσοστό 63%, με ελάχιστο φόρο είσπραξης, τα 75,60 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.Η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγά­ρων για τον υπολογισμό της νέας φορολογικής επιβά­ρυνσης καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικο­νομικών και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ της 1ης και 16ης Ιανουαρίου κάθε έτους.Σε περίπτωση που η μεταβολή της πλέον ζητούμενης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων έχει ως αποτέ­λεσμα τη μείωση της συνολικής επίπτωσης που προκύ­πτει από το ποσοστό του φόρου που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, η έναρξη εφαρμογής της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ορίζεται το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου του δεύτερου έτους που έπεται εκείνου της μεταβολής.    Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης διαρθρώνεται:α) σε έναν πάγιο φόρο, ο οποίος επιβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι ίσο προς 7,5% της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης, η οποία προκύπτει από το άθροισμα του ειδικού φόρου κατα­νάλωσης καπνού και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλλονται στην πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων και είναι το ίδιο (πάγιο στοιχείο) για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, ανεξάρτητα από την τιμή λιανικής πώλησής του καιβ) σε έναν αναλογικό φόρο ο συντελεστής του οποίου είναι 57,07725% και προκύπτει από το κλάσμα που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί την πλέον ζητούμενη τιμή μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την πλέον ζητούμενη τιμή.Ο αναλογικός συντελεστής 57,07725% υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων.Στα τσιγάρα που πωλούνται σε τιμή μικρότερη από την τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων της πλέον ζη­τούμενης κατηγορίας τιμών, το συνολικό ποσό του ειδι­κού φόρου κατανάλωσης, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α) και β) δεν μπορεί να είναι κατώτερο του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα τσιγάρα της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών.    2. Στα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται ως εξής:α) Στα πούρα ή σιγαρίλλος σε ποσοστό 30% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.β) Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και στα άλλα καπνά για κάπνισμα, σε ποσοστό 65% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.»    5. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου αυτού αρχίζει από 8.1.2010. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 4 αρχίζει από 18.1.2010 (ημε­ρομηνία συζητήσεως του σχεδίου νόμου στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής).    Άρθρο 3 Έναρξη ισχύος    Η ισχύς των διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. 
 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 1 από 2

ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΗ


Fatal error: Maximum execution time of 30 seconds exceeded in C:\Inetpub\vhosts\vrilissia.eu\httpdocs\index.php on line 79

Fatal error: Maximum execution time of 30 seconds exceeded in C:\Inetpub\vhosts\vrilissia.eu\httpdocs\libraries\joomla\session\session.php on line 124